Αποδοχή των Γονιών μας όπως Είναι
Οι γονείς μας είναι αδελφές ψυχές σε διαδικασία μάθησης και εξέλιξης. Δεν είναι τέλειοι. Έχουμε επιλέξει αυτές τις ψυχές να παίξουν το ρόλο των γονιών μας σ’ αυτή τη ζωή, ώστε να εξελιχθούμε αμοιβαία μέσα από τις αλληλεπιδράσεις μας.
Οι γονείς μας δεν δημιουργούν την πραγματικότητά μας και δεν είναι υπεύθυνοι γι’ αυτήν. Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε την πραγματικότητά μας με τον τρόπο που ερμηνεύουμε διάφορα ερεθίσματα και αντιδρούμε σ’ αυτά, συμπεριλαμβάνοντας και τα ερεθίσματα από τους γονείς και τους δασκάλους μας και σήμερα από τους συντρόφους και τα παιδιά μας.
Οι εξελισσόμενες ψυχές που έχουν παίξει ή ακόμη παίζουν τους ρόλους των γονιών μας έχουν κάνει και κάνουν το καλύτερο που μπορούν, λαμβάνοντας υπόψη τα βιώματα της παιδικής ηλικίας τους, τους φόβους, τις πεποιθήσεις, τις ψευδαισθήσεις, την αυτοαμφισβήτησή τους και επίσης τις «συμφωνίες ψυχής» που έχουμε κάνει πριν ενσαρκωθούμε. Ακόμη και πριν ενσαρκωθούν εκείνοι.
Αυτές οι συμφωνίες ψυχής συμπεριλαμβάνουν εμπειρίες που επιλέγουμε για να μάθουμε τα μαθήματα που χρειαζόμαστε, ώστε να προάγουμε την πραγμάτωσή μας και την έκφραση της αληθινής πνευματικής φύσης μας. Μπορεί να επιλέξουμε βιώματα απόρριψης ή εγκατάλειψης για να αναπτύξουμε μια εσωτερική αίσθηση αξίας και ασφάλειας ή δύναμης.
Μπορεί να επιλέξουμε να έχουμε ελεγκτικούς γονείς για να μάθουμε να βιώνουμε εσωτερική ελευθερία και να καθορίζουμε όρια.
Εκείνες οι ψυχές που έπαιξαν το ρόλο των γονιών μας μπορεί να έχουν πολλά ελαττώματα, ανάλογα με το ποιους έχουμε επιλέξει και πώς έχουμε συμφωνήσει να παίξουν τους ρόλους τους. Αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, μας έχουν επίσης στηρίξει για πολλά χρόνια με στέγη, τροφή, προστασία και εκπαίδευση. Πολύ πιθανόν να μας έχουν δώσει πολύ περισσότερα από κάθε άλλη ψυχή. Επίσης, μας έχουν δώσει πολύ περισσότερα από όσα τους έχουμε δώσει εμείς.
Δεν μπορούμε να περιμένουμε απ’ αυτούς να είναι τέλειοι. Είναι όσο καλοί μπορούν, λαμβάνοντας υπόψη το δικό μας (όχι το δικό τους) επίπεδο εξέλιξης και τα μαθήματα που έχουμε επιλέξει να μάθουμε. Όταν έχουμε μάθει τα μαθήματά μας και δεν χρειαζόμαστε πια περισσότερες προκλήσεις, θα τους απελευθερώσουμε σαν ψυχές προς μια ανώτερη έκφραση του εαυτού τους.
Χρειάζεται να ενηλικιωθούμε και να τους δούμε σαν ίσους και να ελευθερωθούμε από την ανάγκη για αποδοχή, επιβεβαίωση ή στήριξη εκ μέρους τους. Δεν είναι πραγματικά γονείς μας, είναι αδελφές εξελισσόμενες ψυχές, οι οποίες παίζουν προσωρινά αυτούς τους ρόλους.
Χρειάζεται να πάρουμε πλήρη ευθύνη για τη ζωή μας, που εμείς έχουμε δημιουργήσει. Δεν έχουν δημιουργήσει εκείνοι τη ζωή μας. Εμείς έχουμε δημιουργήσει τη δική μας ζωή με τις υποκειμενικές αντιδράσεις μας στις δικές τους πράξεις, συμπεριφορές και πεποιθήσεις. Εκείνοι δίνουν το ερέθισμα, αλλά εμείς έχουμε δημιουργήσει το χαρακτήρα μας και τη ζωή μας με την αντίδρασή μας σ’ αυτό το ερέθισμα.
Επίσης, έχουμε ενσαρκωθεί με έναν ήδη διαμορφωμένο χαρακτήρα, τον οποίο έχουμε αναπτύξει με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες της ψυχής σ’ αυτή τη διάσταση. Οι γονείς μας δεν δημιουργούν το χαρακτήρα μας. Ενσαρκωνόμαστε με δημιουργημένες από πριν τάσεις. Οι πράξεις και οι συμπεριφορές των «γονιών» μας απλώς αυξάνουν ή ελαττώνουν τις τάσεις που φέρνουμε μαζί μας. Αυτό αληθεύει και για τις θετικές και για τις αρνητικές ιδιότητές μας.
Συνήθως, ερχόμαστε επανειλημμένα αντιμέτωποι με οτιδήποτε απορρίπτουμε και δεν μπορούμε να αποδεχτούμε στους γονείς μας. Σχεδόν πάντοτε βρίσκουμε τα ίδια χαρακτηριστικά στους συντρόφους και επίσης στα παιδιά μας. Μετά, αν δεν θεραπεύσουμε την τάση μας για απόρριψη, πλήγωμα, φόβο ή θυμό, θα βρούμε εκείνα τα ίδια χαρακτηριστικά στον εαυτό μας. Θα βρεθούμε να φερόμαστε προς τα παιδιά μας με τρόπους που έχουμε απορρίψει στους γονείς μας και έχουμε ορκιστεί να μην το κάνουμε ποτέ.
Αυτό είναι πραγματικά χρήσιμο, καθώς μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, όπως εμείς, μπορούν σε συνθήκες στρες να συμπεριφερθούν με τον τρόπο που το έκαναν οι γονείς μας. Αυτό μάς επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι γονείς μας δεν είχαν καμία πρόθεση να μας βλάψουν, αλλά ήταν σε κατάσταση στρες και φόβου.
Το παρελθόν μας είναι τέλειο. Έχουμε πάρει και δώσει ακριβώς τις ευκαιρίες για αμοιβαία εξέλιξη. Αν θέλουμε να βιώσουμε το παρόν όπως είναι, θα χρειαστεί να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους για όλα όσα έχουν συμβεί.
Η κατανόηση, η αποδοχή, η αγάπη και η στήριξη των γονιών μας είναι βασικό μάθημα στη συναισθηματική, νοητική και πνευματική διαδικασία εξέλιξής μας. Δεν χρειάζεται να έχουμε την έγκρισή τους ή να ζήσουμε τη ζωή μας σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις. Η εξέλιξη επιτρέπει τις πεποιθήσεις μας να εξελίσσονται πέρα από τις πεποιθήσεις των γονιών μας και της κοινωνίας. Άρα, ας τους αποδεχόμαστε και ας τους αγαπάμε χωρίς να χρειαζόμαστε την αποδοχή και την αγάπη τους.
Ένα τελευταίο θέμα σε σχέση με τους γονείς μας είναι αυτά που κληρονομούμε από αυτούς. Οι περισσότεροι από εμάς δεν παίρνουμε απολύτως τίποτα υλικό από τους γονείς μας. Για εκείνους τους λίγους που παίρνουν περιουσίες ή χρήματα κατ’ αυτό τον τρόπο, αυτό μπορεί να είναι πηγή σύγκρουσης και αρνητικών συναισθημάτων ανάμεσα στους κληρονόμους. Μερικοί μπορεί να χάσουν την αγάπη τους προς τους γονείς τους και άλλους συγγενείς, ακόμη και να πάψουν να επικοινωνούν, επειδή νιώθουν πως τους έχουν κλέψει.
Αυτό είναι λυπηρό και, επίσης, μια σοβαρή δοκιμασία της πνευματικής και συναισθηματικής ωριμότητάς μας. Αν πιστεύουμε πως θα έπρεπε να πάρουμε περισσότερα, τότε μπορούμε να επικοινωνήσουμε και με αγάπη να διαπραγματευτούμε με κάθε νόμιμο και σεβαστό τρόπο. Αν στο τέλος δεν πάρουμε αυτό που θέλουμε, έχουμε την ευκαιρία εξέλιξης να μπορούμε να αγαπάμε και να είμαστε ευτυχισμένοι για τους συγγενείς μας ή άλλους που έχουν πάρει «περισσότερα» από εμάς.
Οι γονείς μας δεν μας χρωστούν τίποτα. Κανείς δεν μας χρωστά τίποτα. Είμαστε εδώ για να δημιουργήσουμε και όχι για να απαιτούμε από τους άλλους να μας δώσουν αυτό που εκείνοι έχουν δημιουργήσει. Αν μια κληρονομιά γίνεται τελικά δική μας για να τη χρησιμοποιήσουμε, τότε ας τη χρησιμοποιήσουμε με σοφία και γενναιοδωρία. Αν πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να πάρουμε περισσότερα, τότε πρέπει να κατανοήσουμε ότι το σύμπαν δεν κάνει λάθη, και ότι έχουμε πάρει αυτό που πραγματικά μάς αξίζει σύμφωνα με τους συμπαντικούς νόμους της δράσης και της αντίδρασης.
Αυτά τα θέματα είναι πνευματικές δοκιμασίες, που μοιάζουν πάρα πολύ με την παραβολή των εργατών στον αγρό, κατά τον Ματθαίο 20:16. Ένας κτηματίας (ο Θεός ή οι συμπαντικοί νόμοι) προσλαμβάνει εργάτες για το κτήμα του στις 6 πμ, στις 10 πμ, στις 12 το μεσημέρι, στις 3 μμ και στις 5 μμ και τους πληρώνει όλους το ίδιο ποσό. Όταν εκείνοι που δούλεψαν περισσότερο διαμαρτύρονται, τους ρωτά, «Γιατί διαμαρτύρεστε; Δεν σας έδωσα αυτό που συμφωνήσαμε όταν ξεκινήσατε την εργασία; Γιατί σας ενδιαφέρει τι συμφωνίες έχω κάνει με τους άλλους;»
Ερχόμαστε όλοι σ’ αυτή τη ζωή με συμφωνίες ψυχής που σχετίζονται με τις πράξεις μας πριν από τη γέννησή μας και επίσης με τα μαθήματα που έχουμε επιλέξει να μάθουμε μέσα από διάφορες εμπειρίες. Γι’ αυτούς τους λόγους έχουμε επιλέξει να πάρουμε ή να μην πάρουμε μια κληρονομιά, ανεξάρτητα από το νόμο ή απ’ αυτό που πιστεύουμε πως είναι δίκαιο ή πιστεύουμε ότι αξίζουμε. Κάνουμε αυτές τις επιλογές για να έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε πνευματικά μαθήματα και να θέσουμε την αγάπη πάνω από τα χρήματα.
Επίσης, μπορεί να έχουμε το μάθημα να διαπραγματευόμαστε με σεβασμό προς τον εαυτό μας και τους άλλους για ό,τι πιστεύουμε πως δικαιωματικά αξίζουμε σύμφωνα με τους ανθρώπινους νόμους. Αλλά αυτό που αληθινά αξίζουμε και αυτό που είναι πραγματικά το καλύτερο για τη διαδικασία εξέλιξής μας δεν είναι πάντοτε αυτό που είναι σωστό σύμφωνα με τους ανθρώπινους νόμους. Μπορεί να έχουμε καρμικά χρέη προς εκείνους που παίρνουν περισσότερα υλικά. Μπορεί να έχουμε κλέψει ή εξαπατήσει και τώρα βιώνουμε τα αποτελέσματα.
Άρα, μπορούμε να διαπραγματευόμαστε με αγάπη και σεβασμό για το καθετί που αξίζουμε νόμιμα. Αν στο τέλος δεν πάρουμε αυτό που θέλουμε, ας το αποδεχτούμε και ας είμαστε ευτυχισμένοι για την ευκαιρία να μάθουμε αυτό το υπέροχο πνευματικό μάθημα της συγχώρεσης και της αγάπης προς τους άλλους, οι οποίοι έχουν παίξει ένα ρόλο σ’ αυτό το θεατρικό έργο. Ας έχουμε πίστη πως το αποτέλεσμα είναι δίκαιο και μια ιδανική ευκαιρία για την πνευματική μας εξέλιξη.
Επιπλέον, χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε πως δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε περιουσίες για να δώσουμε στα παιδιά μας. Είναι αιώνιες υπάρξεις που έχουν ενσαρκωθεί για να εξελιχθούν και να δημιουργήσουν τη δική τους πραγματικότητα. Δίνοντάς τους πάρα πολλά υλικά, μπορεί να τους αρνηθούμε την ευκαιρία να ανακαλύψουν και να χρησιμοποιήσουν τη δική τους δημιουργική δύναμη. Μπορεί να χάσουν τον αυτοσεβασμό και την αυτοπεποίθησή τους. Μπορεί ακόμη να είναι αγνώμονες για όσα έχουν πάρει. Είναι καλύτερα να αφιερώνουμε ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά παρά να τα αγνοούμε για να δημιουργήσουμε την κληρονομιά που θέλουμε να τους αφήσουμε.
Με παρόμοιο τρόπο, τα «παιδιά» μας δεν είναι παιδιά μας. Είναι αθάνατες υπάρξεις, με τις οποίες έχουμε συμφωνήσει να παίξουμε αυτούς τους ρόλους. Τους χρωστάμε αγάπη και στήριξη κατά τα πρώτα χρόνια τους. Δεν τους χρωστάμε υλικά. Έχουν τη δύναμη να επιβιώσουν και να δημιουργήσουν.
Ας κατανοήσουμε, αποδεχτούμε, συγχωρήσουμε και αγαπήσουμε τους γονείς μας όπως είναι – ακόμη κι αν έχουν φύγει από το σώμα τους. Ας νιώθουμε ευγνωμοσύνη για όλα όσα μας έχουν δώσει, τα οποία είναι πολλές φορές περισσότερα από όσα μας έχει δώσει οποιαδήποτε άλλη ψυχή.
Η αποδοχή των γονιών μας είναι βασικό βήμα για την αποδοχή του εαυτού μας.
Η Αποδοχή των Παιδιών Μας Όπως Είναι
Η μεγαλύτερη προσκόλληση μας είναι τα παιδιά μας. Η ευτυχία μας εξαρτάται πάνω στο αν είναι καλά, ευτυχισμένα και επιτυχημένα (με δικούς μας όρους). Είμαστε ενεργειακά συνδεμένοι μαζί τους και δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τον εαυτό μας συναισθηματικά από αυτά. Είναι η μεγαλύτερη πηγή μας ευτυχίας, απόλαυσης και νοήματος, αλλά και της στεναχώριας, της απογοήτευσης και του πόνου.
Δυσκολευόμαστε να δεχτούμε τον εαυτό μας και τα παιδιά μας, όταν οι ανάγκες μας για τα παιδιά μας και από τα παιδιά μας δεν ικανοποιούνται. Ακολουθούν μερικές από τις ανάγκες αυτές:
Να μας δέχονται, να μας σέβονται και να μας αγαπούν.
Να μας υπακούν.
Να έχουν υγεία.
Να συμφωνούν με μας.
Να δέχονται και να εφαρμόζουν τις προτάσεις μας.
Να είναι καλά, ευτυχισμένα και επιτυχημένα.
Να νιώθουν ευγνωμοσύνη για όλα αυτά που τους έχουμε δώσει.
Να μας προτιμούν περισσότερο από άλλους γονείς και σωτήρες.
Να μας χρειάζονται.
Να μας έχουν εμπιστοσύνη.
Να φροντίζουν τον εαυτό τους.
Να μας ακούν, να σέβονται τις συμβουλές μας.
Να είναι ικανοποιημένα μαζί μας.
Να εκπληρώνουν τις δικές μας ανάγκες και όνειρα.
Να γίνουν αποδεχτά στην κοινωνία.
Να ακούν τις συμβουλές μας σχετικά με τις επιλογές τους στη ζωή.
Να ζήσουν κοντά μας και να μας στηρίζουν όταν έχουμε ανάγκη.
Και άλλες…
Αυτές οι προσκολλήσεις, που απορρέουν από την ταύτισή μας με το ρόλο του γονιού, δημιουργούν φόβο για τα παιδιά μας. Νιώθουμε ενοχή, όταν δεν είναι καλά και ευτυχισμένα. Νιώθουμε απόρριψη, υποτίμηση, ντροπή και θυμό, όταν δεν συμπεριφέρονται σωστά. Τα συγκρίνουμε με άλλα παιδιά και το εγώ μας νιώθει περηφάνια όταν τα καταφέρνουν καλύτερα και αυτοαπόρριψη όταν δεν τα καταφέρνουν.
Όταν τα αισθήματά μας της ευτυχίας, της αξίας και του νοήματος βασίζονται στις συμπεριφορές αυτών των αιώνιων ψυχών που παίζουν τους ρόλους των παιδιών μας, φυσικά νιώθουμε την ανάγκη να τα ελέγχουμε και να τα πιέζουμε στο «καλούπι» που χρειαζόμαστε να είναι, έτσι ώστε να μπορούμε να νιώθουμε άξιοι και ασφαλείς στο ρόλο του «γονιού». Δυσκολευόμαστε να τα δεχτούμε όπως είναι.
Όταν αποτυχαίνει η συμβουλή μας και η λογική συζήτησή μας μαζί τους, τότε προσφεύγουμε στην κριτική, τη σύγκριση, την τρομοκρατία, την απόρριψη, την κατηγορία και διάφορες άλλες δυσάρεστες – για μας και για εκείνα – συμπεριφορές, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τα κάνουμε να συμπεριφέρονται και να λειτουργούν με τρόπους, που πιστεύουμε ότι θα δημιουργήσουν το αποτέλεσμα που χρειαζόμαστε, για να νιώθουμε εντάξει ως «γονείς».
Φυσικά, αγαπάμε αυτές τις ψυχές που παίζουν τους ρόλους των «παιδιών» μας και θέλουμε να είναι ευτυχισμένες. Αλλά η αγάπη μας ανακατεύεται με την ανάγκη μας να τις ελέγχουμε ώστε να τις «προστατεύσουμε», αλλά επίσης και για να νιώθουμε ότι αξίζουμε στο ρόλο του γονιού.
Πραγματικά έχουμε ευθύνη μέχρι μια ηλικία να τις προστατεύουμε και να τις καθοδηγούμε, αλλά επίσης χρειάζεται να μάθουμε να σεβόμαστε τις αιώνιες ψυχές μέσα σ’ αυτά τα σώματα, και τις εμπειρίες που έχουν επιλέξει σαν ευκαιρίες εξέλιξης. Μερικές από τις επιλογές τους θα μας αρέσουν και άλλες όχι.
Όταν το εγώ μας απαιτεί από αυτές τις ψυχές να λειτουργούν και να συμπεριφέρονται με τρόπους που καθησυχάζουν τους φόβους μας, τις ανησυχίες μας, τις προσδοκίες μας και τα ανεκπλήρωτα όνειρά μας, εκείνες καταλαβαίνουν ενστικτωδώς ότι το «ενδιαφέρον» μας είναι επίσης (όχι απόλυτα) κατά ένα μέρος για να ικανοποιήσουμε τις δικές ανάγκες μέσα από αυτές τις ψυχές. Αυτό προκαλεί αντίσταση και αντίδραση.
Ο Αϊνστάιν έχει πει ότι «Είναι τρελό να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα, όταν κάνεις τα ίδια πράγματα». Ως γονείς, αυτό κάνουμε συνήθως. Συνεχίζουμε να κριτικάρουμε, να τρομοκρατούμε, κατηγορούμε και απορρίπτουμε, περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα, όταν είναι ξεκάθαρο ότι δεν θα γίνει ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι ένα βαθύ χάσμα ανάμεσα σ’ εμάς και τα παιδιά μας. Συχνά φερόμαστε με τρόπους που φερόντουσαν οι γονείς μας, παρόλο που ορκιστήκαμε ότι ποτέ δεν θα το κάναμε. Όμως, παρατηρούμε τον εαυτό μας να λέει τα ίδια λόγια και να φέρεται με τον ίδιο τρόπο με τους γονείς μας. Ή ίσως, επειδή δεν θέλουμε να είμαστε σαν εκείνους, έχουμε φθάσει στο αντίθετο άκρο. Και ούτε αυτό δουλεύει.
Όταν επικοινωνούμε με τα παιδιά μας μόνο μέσα από το ρόλο του γονιού, αυτά νιώθουν ότι τα υποτιμούμε. Σε κάποιο σημείο χρειάζονται να τα αναγνωρίσουμε σαν «ίσες ενήλικες ψυχές» με δική τους εσωτερική καθοδήγηση. Μπορεί να δίνουμε στα παιδιά μας χρήματα, κληρονομιές, αγάπη, προσοχή και ό,τι άλλο χρειάζονται, αλλά, αν τελικά δεν τα θεωρούμε ίσες ψυχές με δική τους εσωτερική καθοδήγηση, τους αρνούμαστε το σημαντικότερο πράγμα – την ελευθερία τους να είναι τα πνευματικά όντα που είναι.
Οι ρόλοι γονιός-παιδί και παιδί-γονιός ανήκουν στο εγώ και όχι στην ψυχή. Είναι πολύτιμοι και σημαντικοί ρόλοι, μέσα από τους οποίους μαθαίνουμε την αγάπη, τη συγχώρεση και τη θυσία. Ως γονείς, έχουμε πολλά πνευματικά μαθήματα να μάθουμε που δεν έχουν τίποτα να κάνουν με το αν τα παιδιά μας είναι ευτυχισμένα, υγιή ή επιτυχημένα ούτε αν μας σέβονται και μας αγαπούν. Αυτοί δεν είναι οι μοναδικοί τρόποι να μετρήσουμε την επιτυχία μας.
Είμαστε εδώ για να μάθουμε να δίνουμε, να θυσιάζουμε χρόνο και ενέργεια, χρήμα, ανάγκες και προσκολλήσεις για το καλό αυτών των ψυχών που παίζουν τους ρόλους των παιδιών μας. Δεν είμαστε εδώ για να τα στηρίζουμε σε προχωρημένη ηλικία. Δεν μας χρωστούν τίποτα. Αν νιώθουμε ότι μας χρωστούν, τότε δεν έχουμε θυσιάσει και προσφέρει τίποτα. Αν το σχέδιό μας είναι να μας φροντίσουν αργότερα στη ζωή, τότε δεν έχουμε προσφέρει τίποτα – τα βλέπουμε σαν μια επένδυση. Ίσως να τους χρωστούμε πολλά από προηγούμενη ζωή και έχουμε κάνει μια συμφωνία να τους τα δώσουμε και μετά εκείνα να μας αγνοήσουν.
Ο σκοπός αυτού του ρόλου δεν είναι να αναζητούμε την αξία μας μέσα από το παιδί. Είμαστε ψυχές, οι οποίες παίζουν προσωρινά το ρόλο του γονιού αυτών των αδελφών ψυχών, που παίζουν τους ρόλους των παιδιών μας. Μπορεί να ήταν γονείς μας σε προηγούμενη ζωή. Η αξία μας δεν αυξάνεται επειδή τα παιδιά μας είναι καλά και δεν μειώνεται όταν δεν είναι καλά ή δεν μας σέβονται. Η χρησιμοποίηση των παιδιών μας σαν μέσο σύγκρισης του εαυτού μας με τους άλλους είναι μια εγωιστική χρήση του ρόλου. Επίσης, δεν αξίζουμε περισσότερο όταν μας υπακούν και λιγότερο όταν δεν το κάνουν. Ούτε όταν συμφωνούν ή διαφωνούν. Ούτε όταν τα καταφέρνουν καλύτερα ή χειρότερα από άλλα παιδιά.
Μια άλλη εγωιστική χρήση του ρόλου είναι να πιέζουμε να παιδιά μας να πετύχουν αυτό που εμείς δεν κατορθώσαμε. Μια άλλη, επίσης, είναι να χρειαζόμαστε να μας χρειάζονται και να τα ενθαρρύνουμε υποσυνείδητα να παραμείνουν εξαρτημένα από εμάς, όταν έχουν μεγαλώσει και είναι πάνω από 25 χρονών. Η ανάγκη μας, να συνεχίσουμε να τα θεωρούμε παιδιά και να τα πιέζουμε να ζουν κοντά μας και να μας επισκέπτονται συχνά, είναι επίσης μια εγωιστική ανάγκη και όχι σχέση μεταξύ αιώνιων ψυχών.
Η ενοχή είναι ένα άλλο συνηθισμένο συναίσθημα στους γονείς. Συχνά αισθανόμαστε ντροπή, ενοχή και αυτοαπόρριψη, όταν τα «παιδιά» μας δεν είναι καλά. Η λανθασμένη πεποίθηση εδώ (που συχνά ενθαρρύνεται από τους ψυχολόγους) είναι ότι εμείς είμαστε οι δημιουργοί της ζωής των παιδιών μας. Αυτή είναι εσφαλμένη θεώρηση. Το γεγονός ότι τέσσερα παιδιά μέσα στην ίδια οικογένεια αντιδρούν με εντελώς διαφορετικούς τρόπους, που κλιμακώνονται από το να είναι καλά, ισορροπημένα και ευτυχισμένα μέχρι να έχουν τάσεις αυτοκτονίας, το αποδεικνύει ξεκάθαρα. Παιδιά γονιών με καλές προθέσεις και αγάπη έχουν στραφεί στα ναρκωτικά και έχουν πεθάνει απ’ αυτά. Παιδιά με ανεύθυνους γονείς, γεμάτους μίσος, τα έχουν καταφέρει πολύ καλά σε όλα τα επίπεδα.
Ο καθένας από εμάς συμβάλλει στην πραγματικότητα του παιδιού μας, μαζί με τον άλλο γονιό (ή την απουσία του άλλου γονιού), το εκπαιδευτικό σύστημα, τις κοινωνικές επιρροές, την τηλεόραση, τα περιοδικά, το διαδίκτυο και, σημαντικότερα απ’ όλα, τις τάσεις, τις ποιότητες, το κάρμα και τις επιλογές ζωής που αυτή η ψυχή έχει φέρει μαζί της στη γέννηση.
Μην παρεξηγήσετε αυτό που λέω. Στο ρόλο του γονιού είμαστε εδώ για να μάθουμε να αγαπάμε, να σεβόμαστε, να καθοδηγούμε και να στηρίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτές τις αιώνιες ψυχές, οι οποίες έχουν συμφωνήσει να είναι τα «παιδιά» μας. Αυτή είναι η δοκιμασία μας, η ευκαιρία μας να μάθουμε πραγματικά να θυσιαζόμαστε, να υπηρετούμε και να αγαπάμε χωρίς όρους. Αυτή είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να μάθουμε να φερόμαστε στους άλλους (τα παιδιά μας) όπως θα θέλαμε να μας φέρονται. Είμαστε υπεύθυνοι για κάθε σκέψη, λόγο και πράξη μας. Μέσα από το νόμο της αιτίας και του αποτελέσματος, του κάρμα, θα πάρουμε πίσω την ουσία αυτών των σκέψεων, λόγων και πράξεων. Αν είμαστε ιδιοτελείς και χωρίς αγάπη, θα έχουμε την ευκαιρία στο μέλλον, να υποστούμε αυτή τη συμπεριφορά από άλλους. Είμαστε απόλυτα υπεύθυνοι για καθετί που κάνουμε και το σύμπαν θα βοηθήσει την εξέλιξή μας επιτρέποντάς μας να βιώσουμε τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς μας.
Αλλά δεν είμαστε καθόλου υπεύθυνοι για την πραγματικότητα των παιδιών μας. Δεν είμαστε υπεύθυνοι για την εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα που δημιουργούν σε ανταπόκριση προς την συμπεριφορά μας. Αυτή είναι 100% δική τους ευθύνη και δημιουργία. Καμία ψυχή δεν δημιουργεί την πραγματικότητα μιας άλλης. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα υπήρχε ελεύθερη βούληση. Αν αυτό ήταν δυνατόν, ο Χριστός θα είχε φωτίσει όλη την ανθρωπότητα και θα είχε τελειώσει τη διαδικασία της εξέλιξης.
Εμείς, ως γονείς, χρειάζεται να απελευθερωθούμε από την ψευδαίσθηση ότι έχουμε δημιουργήσει την πραγματικότητα των παιδιών μας. Το αποτέλεσμα είναι η αίσθηση του εγώ ότι είμαστε ανώτεροι, επειδή τα παιδιά μας τα κατάφεραν στη ζωή τους ή η αίσθηση ενοχής και ντροπής του εγώ, επειδή δεν τα κατάφεραν. Και οι δύο είναι ψευδαισθήσεις του εγώ και μας κρατούν κλεισμένους μέσα στο εγώ.
Το αίσθημα ενοχής δημιουργεί έναν άλλο κύκλο ατυχών και οδυνηρών γεγονότων. Όταν νιώθουμε ενοχή, η αντίδρασή μας είναι να καταπιέζουμε τα παιδιά μας να αλλάξουν, ώστε να μπορούμε να νιώσουμε καλύτερα. Το να αγαπάμε τα παιδιά μας και να θέλουμε να είναι καλά και ευτυχισμένα είναι φυσικό και καλό. Όμως, το να χρειαζόμαστε να είναι καλά για να πάψουμε εμείς να νιώθουμε ένοχοι είναι ανάγκη του εγώ. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην αλληλεξάρτηση και την αγάπη.
Αν εκείνες οι ψυχές που παίζουν τους ρόλους των παιδιών μας έχουν την τάση, μπορεί να χρησιμοποιήσουν την ενοχή μας για να μας ελέγχουν και μερικές φορές για να μας τιμωρήσουν. Αυτό δεν είναι καλό για την εξέλιξή τους σε υπεύθυνα όντα. Θα παίζουν με την ψευδαίσθησή μας της ενοχής και θα μας κατηγορούν, καταφέρνοντας να πάρουν οτιδήποτε θέλουν από μας. Αυτό μπορεί να συνεχιστεί για πολλά χρόνια, ακόμη κι όταν το «παιδί» είναι πάνω από 40 χρονών.
Μια άλλη παγίδα, στην οποία μπορεί να πέσουμε καθώς παίζουμε το ρόλο του γονιού, είναι να εξαρτιόμαστε από τα παιδιά μας όταν γεράσουμε και ίσως να αρχίσουμε να τα εκβιάζουμε συναισθηματικά να ζήσουν κοντά μας, ίσως και μαζί μας, και να μας φροντίζουν. Μπορεί να αδιαφορήσουμε για τις προσωπικές τους ανάγκες και να απαιτούμε να θυσιάσουν τις δικές τους ανάγκες και ενδιαφέροντα για να είναι μαζί μας και να μας φροντίζουν. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τα επιτρέψουμε να επιλέξουν αν θέλουν να είναι κοντά μας και αν θέλουν να μας υπηρετούν. Δεν μας «χρωστούν» τίποτα. Εμείς πήραμε από τους γονείς μας και εκείνα πήραν από μας και θα δώσουν στα παιδιά τους.
Θέλουμε να νοιάζονται για εμάς από αγάπη ή από ενοχή; Θέλουμε να ελέγχουμε τους άλλους κάνοντάς τους να νιώθουν ενοχή και καταπίεση και πίκρα, ή θέλουμε να χαίρονται να είναι μαζί μας και να μας βοηθούν όποτε μπορούν; Είναι φυσικό και σωστό να μας βοηθήσουν. Αυτό είναι ένα από τα μαθήματά τους. Αν μας υπηρετούν από ενοχή και συναισθηματικό εκβιασμό, τότε δεν θα έχουν μάθει, αλλά ούτε κι εμείς. Αν κάνουν θυσίες από αγάπη και ελεύθερη βούληση, χωρίς να παίζουμε με την ενοχή τους, θα έχουν μάθει το μάθημά τους, κι εμείς το ίδιο.
Ως αιώνιες ψυχές που παίζουμε το ρόλο του γονιού, ένα από τα κυριότερα μαθήματά μας είναι να ξέρουμε πότε να αφήνουμε και να επιτρέπουμε τις ψυχές, που παίζουν το ρόλο των παιδιών μας, να κάνουν τις δικές τους επιλογές και λάθη, για να μάθουν απ’ αυτά. Υπάρχει ένα σημείο, όπου το να συνεχίσουμε να παίζουμε το ρόλο του γονιού σε μια ψυχή που η σωματική ηλικία της είναι πάνω από 25 (η ψυχική μας ηλικία είναι αιώνια), μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα και για τους δυο μας. Είναι πιθανό να συνεχίσουμε να παίζουμε αυτό το ρόλο, επειδή χρειαζόμαστε να μας χρειάζονται. Χρειάζεται να διακρίνουμε ανάμεσα στην αγάπη και την ανάγκη του εγώ να βρει νόημα στο να είμαστε απαραίτητοι στους άλλους.
Το εγώ μας μπορεί να έχει την ανάγκη να μας υπακούν οι άλλοι και να ακούν τις συμβουλές μας. Μπορεί, επίσης, να τους χρειαζόμαστε για να εκπληρώσουν τα όνειρά μας, τα οποία μπορεί να είναι και δικά τους, αλλά μπορεί και όχι. Σε κάθε περίπτωση, σε κάποιο σημείο χρειάζεται να απαλλαγούμε από αυτόν το ρόλο και να επιτρέψουμε σ’ αυτές τις αδελφές ψυχές, να ζήσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τη δική τους εσωτερική καθοδήγηση.
Μπορεί, επίσης, να χρειάζεται να σεβαστούμε ότι κάποιες ψυχές έχουν επιλέξει να βιώσουν πόνο και απογοήτευση για να ανακαλύψουν πού βρίσκεται η ευτυχία τους και μετά να προχωρήσουν σε σοφότερες επιλογές. Είναι απίθανο ότι θα μπορούσαν να μάθουν αυτό το μάθημα, απλά ακούγοντάς μας.
Αυτό το μάθημα δεν είναι εύκολο, όταν τα «παιδιά» μας είναι χαμένα σε κάποιο είδος αυτοϋπονόμευσης, όπως ναρκωτικά, έγκλημα ή διατροφικές διαταραχές. Μπορεί να χρειαστεί να δώσουμε περισσότερο χρόνο για ενθάρρυνση και στήριξη. Αλλά δεν μπορούμε να πάρουμε την ευθύνη της θεραπείας τους. Δεν μπορούμε να σώσουμε τους άλλους, ιδιαίτερα όταν δεν θέλουν να σωθούν. Και ιδιαίτερα όταν η αυτοκαταστροφή τους έχει σχεδιαστεί για να μας τιμωρήσει ή να μας εγκλωβίσει στο να πάρουμε την ευθύνη για τη ζωή, το χώρο, την τροφή και τα έξοδά τους.
Πολλές ομάδες, που κατέχουν τη γνώση για το πώς να βοηθήσουν εθισμένα άτομα, προτείνουν να πάψουμε να τους παρέχουμε στέγη, τροφή και χρήματα, μέχρι να αποφασίσουν να αλλάξουν. Αυτό ονομάζεται «σκληρή αγάπη». Δείχνουμε αγάπη και φροντίδα, αλλά δεν δίνουμε στέγη, τροφή και χρήματα, για να τους δώσουμε την ευκαιρία να ωριμάσουν και να πάρουν την ευθύνη για τη ζωή τους και να γίνουν υπεύθυνα μέλη της οικογένειάς μας και της κοινωνίας. Αυτό δεν είναι συμβουλή για το τι θα έπρεπε να κάνετε εσείς προσωπικά, αν ήσασταν σε τέτοια θέση ως γονιός. Όμως, είναι πληροφορία που μπορεί να θέλετε να λάβετε υπόψη σας. Πολλοί έχουν πάρει αυτό το δρόμο. Άλλοι δεν μπορούν να το κάνουν. Το ερώτημα είναι γιατί θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να πάρουμε αυτό το δρόμο. Θυμηθείτε τη δήλωση του Αϊνστάιν, «Είναι τρελό να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα, όταν κάνεις τα ίδια πράγματα».
Αυτό μας φέρνει στην ύψιστη συμφωνία ανάμεσα σε ψυχές που ενσαρκώνονται ως γονιός και παιδί. Όταν έχουμε μια αδελφή ψυχή που έχει ενσαρκωθεί ως παιδί μας σ’ αυτή τη ζωή, το να αφήσει το σώμα της πριν από μας είναι η πιο οδυνηρή ανθρώπινη εμπειρία, ακόμη πιο οδυνηρή και από την απώλεια ενός μέλους του σώματός μας. Προσφέρει, όμως, μια θαυμάσια ευκαιρία για πνευματική εξέλιξη και πολλές ψυχές επιλέγουν αυτή την εμπειρία και πριν την ενσάρκωση συμφωνούν ότι θα συμβεί. Θυμηθείτε ότι κάθε μέρα πάνω από 50.000 ψυχές στο ρόλο του παιδιού αφήνουν τις ψυχές στο ρόλο του γονιού. Αυτό δεν είναι καμία θυσία για τις ψυχές που φεύγουν. Δεν χάνουν τίποτα, αλλά επιστρέφουν με χαρά στην ελευθερία και την ομορφιά του πνευματικού βασιλείου. Είναι οι τυχερές σ’ αυτή τη συμφωνία. Η θυσία είναι για τις ψυχές που έχουν συμφωνήσει να παραμείνουν και να αντιμετωπίσουν το συναισθηματικό πόνο που δημιουργείται από την προσκόλληση και τις πεποιθήσεις ότι αυτή η συγκεκριμένη ψυχή είναι το παιδί μου και δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένος χωρίς αυτό το παιδί.
Εμείς, ως οι ψυχές που παραμένουν, οι οποίοι παίζουμε το ρόλο του γονιού, έχουμε τώρα την ευκαιρία να ερευνήσουμε και να ανακαλύψουμε την αληθινή πνευματική φύση τη δική μας και του «παιδιού» μας και να συνειδητοποιήσουμε ότι το νόημα της ζωής και η ευτυχία είναι μέσα μας και όχι στις ψυχές που έχουν φύγει και οι οποίες είναι πολύ καλά στην ανώτερη πνευματική πραγματικότητά τους. Εδώ υπάρχουν τόσα πολλά πιθανά μαθήματα.
Ακολουθούν κάποια πιθανά μαθήματα:
Δεν είμαστε αυτό το σώμα και οι ψυχές που παίζουν το ρόλο των παιδιών μας δεν είναι το σώμα τους. Είναι άμορφες, θεϊκές ψυχές που προσωρινά παίζουν αυτούς τους ρόλους.
Έχουμε συμφωνήσει και οι δύο γι’ αυτό το γεγονός. Δεν είναι λάθος. Κανείς δεν φταίει. Δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτα για να το αποφύγουμε. Το έχουμε επιλέξει αμοιβαία πριν να έρθουμε σ’ αυτή τη διάσταση.
Μπορούμε να συνεχίσουμε να βιώνουμε αυτήν την αγάπη χωρίς την παρουσία του φυσικού σώματος, ακριβώς όπως θα κάναμε αν ο αγαπημένος μας ήταν σε άλλη χώρα μακριά και δεν θα είχαμε τη δυνατότητα να συναντηθούμε στο μέλλον. Θεωρήστε ότι αιώνες πριν, θα μπορούσε κάποιος να έχει αφήσει το φυσικό επίπεδο μήνες πριν μάθουμε για το γεγονός. Θα νιώθαμε καλά, πιστεύοντας ότι ήταν εστιασμένος σ’ αυτό το επίπεδο, παρόλο που δεν θα ήταν. Επιτρέψαμε στον εαυτό μας να είναι ευτυχισμένος με την ιδέα ότι εκείνος ήταν ακόμη εδώ, ενώ δεν ήταν. Όλα είναι μια ιδέα. Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι ευτυχισμένος κάτω από ορισμένες νοερές συνθήκες και αρνούμαστε να είμαστε ευτυχισμένοι όταν αυτές οι συνθήκες δεν πληρούνται. Εμείς επιλέγουμε τις συνθήκες.
Το μάθημά μας είναι να συνεχίσουμε να ζούμε μια ευτυχισμένη, δημιουργική και γεμάτη νόημα ζωή, αγαπώντας και υπηρετώντας το σύντροφό μας, τα άλλα παιδιά μας και αυτούς που έχουν ανάγκη.
Εμείς, ως «Πνευματικοί γονείς» προς «Πνευματικά παιδιά»
Ως ψυχές, κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε ώστε να παίξουμε αυτό το ρόλο υπεύθυνα με αγάπη, σεβασμό και ανιδιοτέλεια. Μέσα απ’ αυτό το ρόλο, μαθαίνουμε, προσφέρουμε και υπηρετούμε προσωρινά. Για να δημιουργήσουμε μια ψυχής-προς-ψυχή σχέση με τα παιδιά μας, πρέπει να τα θεωρούμε όχι παιδιά μας, αλλά θεϊκές υπάρξεις που έχουν ενσαρκωθεί για να εξελιχθούν, να υπηρετήσουν και να δημιουργήσουν. Χρειάζεται να τιμήσουμε τη θεϊκότητά τους, ακόμη και πέρα από την εμφανή αρχική ανημποριά τους. Χρειάζεται να τα προστατεύουμε όταν είναι μικρά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να τα τιμούμε και να μαθαίνουμε απ’ αυτά.
Πολλοί από μας θεωρούμε ότι τα παιδιά μας δεν ξέρουν και χρειάζονται συνεχή καθοδήγηση και έλεγχο. Οι περισσότεροι θεωρούμε τα παιδιά σαν άδεια δοχεία που χρειάζεται να γεμίσουν με πληροφορία. Όμως, δεν είναι «άδεια δοχεία», αλλά αιώνιες υπάρξεις, οι οποίες εκατοντάδες φορές έχουν ενσαρκωθεί, ωριμάσει, δημιουργήσει οικογένειες, εργαστεί σε διάφορα επαγγέλματα, ανήκοντας σε διάφορες κοινωνικές τάξεις, πολιτικά συστήματα, κοινωνίες και θρησκείες, έχουν μεγαλώσει παιδιά και έχουν αφήσει τη φυσική διάσταση μόνο για να επιστρέψουν ξανά.
Επίσης, φέρνουν μαζί τους τη γνώση του λόγου για τον οποίο έχουν ενσαρκωθεί και τι χρειάζεται να κάνουν με τη ζωή τους, μέχρι φυσικά εμείς και το εκπαιδευτικό μας σύστημα να τα πείσουμε ότι δεν ξέρουν τίποτα και ότι θα έπρεπε να κάνουν ό,τι τους λέμε για να είναι ασφαλή και να αξίζουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Τότε ξεχνούν τον πραγματικό σκοπό της ενσάρκωσής τους και διδάσκονται από τις επιπόλαιες κοινωνικές αξίες μας όσον αφορά στην εμφάνιση και τις εξωτερικές πηγές αξίας, ασφάλειας, απόλαυσης και ευτυχίας. Πιστεύουμε ότι τα βοηθάμε να προσαρμοστούν στην κοινωνία, αλλά στην πραγματικότητα, σε πολλές περιπτώσεις, τα αποθαρρύνουμε από την εσωτερική τους γνώση και το λόγο ύπαρξης τους. Μπορεί να έχουν τη δύναμη να βρουν την αλήθεια τους αργότερα στη ζωή, αλλά μπορεί και όχι.
Είναι σαν θεϊκοί σπόροι, οι οποίοι σαν όλους τους άλλους σπόρους έχουν κωδικοποιημένη στον πυρήνα της ύπαρξής τους τη γνώση τού τι προορίζονται να κάνουν και να γίνουν. Δεν θα προσπαθούσαμε ποτέ να πούμε σε ένα σπόρο καρπουζιού να γίνει καλαμπόκι ή το αντίθετο. Κάθε σπόρος έχει όλη τη γνώση που χρειάζεται για να αναπτυχθεί στην όμορφη ύπαρξη που προορίζεται να γίνει. Εμείς δεν χρειάζεται να αναμιχθούμε σ’ αυτό. Τους ποτίζουμε, τους δίνουμε τροφή, φως και χώρο να μεγαλώσουν για να γίνουν αυτό που γνωρίζουν πώς να είναι. Το να αντιλαμβανόμαστε αυτές τις θεϊκές ψυχές μ’ αυτόν τον τρόπο, μας επιτρέπει να τις προστατεύουμε, να τις στηρίζουμε, να τις αγαπάμε, να τις ενθαρρύνουμε να εκφραστούν και να τις βοηθάμε να θυμηθούν αυτό που έχουν έρθει να κάνουν. Μπορούμε να τους προσφέρουμε όσες πληροφορίες και γεγονότα χρειάζονται και θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν το σκοπό τους, αλλά δεν πρέπει ποτέ να παρεμβαίνουμε στην εσωτερική καθοδήγησή τους, που θα τους πει αν χρειάζονται αυτή την πληροφορία και τι χρειάζεται να κάνουν μ’ αυτήν.
Ως πνευματικοί γονείς, είμαστε εδώ για να προσφέρουμε ενθάρρυνση και χώρο ώστε αυτές οι ψυχές να θυμηθούν την αλήθεια τους και τότε μπορούμε να τις στηρίξουμε στη διαδικασία πραγματοποίησης του σκοπού της ζωής τους. Θα υπάρξουν στιγμές, που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε το εγώ τους, όταν συμπεριφέρονται ανάρμοστα, με τρόπους που δεν θα ήθελαν να τους φέρονται οι άλλοι. Αυτές οι στιγμές απαιτούν επικοινωνία και αμοιβαία συμφωνία για τις φυσικές συνέπειες, αν αυτές οι συμπεριφορές επαναλαμβάνονται συχνά.
Ως ψυχικοί γονείς, θα αναπτύξουμε απεριόριστη υπομονή και αγάπη. Το να εφαρμόζουμε φυσικές συνέπειες (όχι τιμωρία) δεν έρχεται με κανένα τρόπο σε σύγκρουση με την αγάπη χωρίς όρους και την κατανόηση. Θα χρειαστεί συχνά να διακρίνουμε ανάμεσα σ’ αυτές τις ψυχές και τη συμπεριφορά τους. Μπορούμε να τους εξηγήσουμε ότι τους αγαπάμε βαθιά, αλλά νιώθουμε φόβο, άγχος, πόνο, ακόμη και θυμό με κάποιες από τις συμπεριφορές τους.
Δεν υπάρχει τέλειος τρόπος για να διευκολύνουμε αυτές τις ψυχές στην υγεία, ευτυχία και αυτοεκπλήρωσή τους. Αυτό που απαιτείται από μας σ’ αυτό το ρόλο θα εξαρτηθεί από το πόσοι πολλοί παράγοντες συμπεριλαμβάνονται στο αμοιβαίο κάρμα και τις επιλογές των ψυχών μας. Αυτό που μπορεί να δουλεύει για κάποιες ψυχές, δεν θα δουλεύει για άλλες.
Μπορεί να θέλουμε να θυμηθούμε τα ακόλουθα:
Είμαστε μπροστά σε μια αιώνια συνειδητότητα – μια θεϊκή ύπαρξη.
Είμαστε εδώ για να μάθουμε όσο και για να διδάξουμε.
Χρειάζεται να αφιερώνουμε ποιοτικό χρόνο στα παιδιά μας. Η προσοχή είναι μια από τις κυριότερες πηγές ενέργειας και αξίας. Αν δεν την παίρνουν με θετικό τρόπο, μπορεί να την αναζητήσουν με αρνητικό τρόπο, όπως με μια αρρώστια ή αρνητική συμπεριφορά.
Τα παιδιά μας χρειάζονται αποδοχή και επιβεβαίωση ως υπάρξεις, όχι επειδή έχουν κάνει κάτι καλό ή κάνουν ό,τι θέλουμε, αλλά απλά ως οι υπάρξεις που είναι, ανεξάρτητα από το τι κάνουν και δεν κάνουν ή το πώς συγκρίνονται με τους άλλους.
Χρειάζονται αλήθεια, ακόμη κι όταν δεν συμβιβάζεται με το δικό μας ή το δικό τους εγώ. Γνωρίζουν πότε δεν τους λέμε την αλήθεια.
Αξίζουν να τους εξηγούμε το γιατί εμείς ή εκείνα δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Ένα απλό «όχι» είναι έλλειψη σεβασμού.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να κρατάμε το λόγο μας σε σχέση και με ευχάριστα και με δυσάρεστα θέματα. Αν υποσχόμαστε κάτι καλό και δεν το τηρούμε, αυτό θα αποβεί τραυματική εμπειρία, που θα τους κάνει να χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ εμάς και στο λόγο μας. Το ίδιο ισχύει αν δηλώσουμε ότι θα υπάρξει συνέπεια αν γίνει ή δεν γίνει κάτι. Όταν δεν το τηρούμε, πάλι θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ εμάς και στο λόγο μας.
Χρειάζεται να μάθουμε να ακούμε. Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε πώς να δίνουμε συμβουλές, κάτι που σπάνια φέρνει τα αποτελέσματα που θέλουμε. Το να ακούμε και να θέτουμε τις κατάλληλες ερωτήσεις είναι πιο ισχυρό εργαλείο για να τους βοηθήσουμε να φθάσουν στα δικά τους συμπεράσματα και την εσωτερική τους σοφία.
Αν θέλουμε να φέρονται με σεβασμό, θα χρειαστεί να τους σεβόμαστε. Μην ξεγελιέστε από τα μικρά τους σώματα. Είναι μεγάλα όντα και αξίζουν σεβασμό, όπως κι εμείς.
Δεν υπάρχει καλύτερη διδασκαλία από το δικό μας παράδειγμα. Δεν μπορούμε να τους διδάξουμε αυτοπεποίθηση, σεβασμό, υπευθυνότητα, αγάπη, ειρήνη, ευτυχία, συνειδητότητα ή όποια άλλη ποιότητα, αν δεν τις έχουμε ενστερνιστεί.
Δεν είμαστε οι γονείς αυτών των ψυχών, αλλά μάλλον αδελφές ψυχές στη διαδικασία εξέλιξης.
Αυτές οι ψυχές δεν είναι ποτέ υπεύθυνες για τη δική μας πραγματικότητα κι εμείς δεν είμαστε ποτέ υπεύθυνοι για τη δική τους.
Είμαστε εδώ για να τους προστατεύουμε μέχρι κάποιο σημείο, αλλά όταν συνεχίζουμε να το κάνουμε μετά απ’ αυτό, είναι επιζήμιο για όλους μας.
Τελικά χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια σχέση ισότητας, ώστε να προχωρήσουν και να γίνουν ώριμα όντα και όχι παιδιά πια.
Έχουμε επιλέξει αυτή τη σχέση για να μάθουμε κατανόηση, αγάπη χωρίς όρους, συγχώρεση, σεβασμό και θυσία.
Είμαστε σ’ αυτή τη σχέση για να μάθουμε να μην ζητάμε και να θέλουμε να είναι οι άλλοι ευτυχισμένοι με τον τρόπο που καθοδηγούνται από μέσα τους, άσχετα αν συμπεριλαμβάνει κι εμάς ή αν ευθυγραμμίζεται με τις προσδοκίες και τις ανάγκες μας.
Σ’ αυτή τη σχέση μαθαίνουμε το νόημα τού να κάνουμε το καλύτερο και να αφήνουμε τα αποτελέσματα στο Θεό ή στο σύμπαν. Μαθαίνουμε να μην αξιολογούμε τον εαυτό μας θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τα «αποτελέσματά» μας. Τα αποτελέσματα δεν είναι δικά μας, αλλά ανήκουν σ’ εκείνες τις ψυχές που παίζουν το ρόλο των παιδιών μας.
Το να αγαπάμε και να προσφέρουμε χωρίς προσκόλληση, απαίτηση ή προσδοκία ανταπόδοσης είναι το κλειδί για όλες τις σχέσεις και για την εξέλιξη και φώτισή μας. Μπορούμε να εκφράζουμε τις ανάγκες μας, αλλά χρειάζεται να μάθουμε να αγαπάμε, ακόμη κι όταν δεν ικανοποιούνται. Με τον ίδιο τρόπο έχουμε το δικαίωμα να μας αγαπούν, ακόμη κι όταν δεν ικανοποιούμε τις ανάγκες των άλλων.
Ένα από τα μαθήματα των γονιών είναι να μπορούν να λένε «όχι» με αγάπη. Θα υπάρξουν στιγμές που τα «παιδιά» θα θελήσουν να δοκιμάσουν εμπειρίες που είναι επικίνδυνες για τα ίδια ή για άλλους. Θα χρειαστεί να πούμε «όχι» για να τα προστατέψουμε. (Μετά από κάποια ηλικία, το «όχι» δεν έχει νόημα, επειδή είναι, ούτως ή άλλως, σε θέση να κάνουν ό,τι θέλουν). Επειδή νιώθουμε άβολα να λέμε «όχι» και φοβόμαστε ότι θα χάσουμε την αγάπη τους, συχνά το λέμε με θυμό. Δεν χρειάζεται να το κάνουμε έτσι. Μπορούμε να μάθουμε να νιώθουμε άνετα με το «όχι» και να το λέμε με αγάπη και καθαρή εξήγηση του λόγου για τον οποίο δεν μπορούμε να συναινέσουμε σ’ αυτό που κάνουν. Αξίζει να τους δίνουμε εξηγήσεις και νιώθουν ότι τους σεβόμαστε όταν αφιερώνουμε χρόνο να τους τις δώσουμε. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Το να λέμε «Όχι, επειδή το είπα», δημιουργεί μια ισχυρή αντιπαράθεση, η οποία σημαίνει ότι «είσαι ασήμαντος και δεν αξίζεις μια εξήγηση». Αυτό δεν θα βοηθήσει και είναι πολύ καταστροφικό.
Ένας λόγος που μερικοί από μας δεν έχουμε την υπομονή να εξηγούμε είναι ότι η ενέργειά μας είναι χαμηλή και έχουμε τόσα πολλά να κάνουμε. Το να κρατάμε υψηλή ενέργεια είναι σημαντικό μέρος της σχέσης γονιού-παιδιού και όλων των σχέσεων. Πολλές ψυχές έχουν βρει ότι η υγιεινή διατροφή, η καθημερινή άσκηση, οι τεχνικές αναπνοής και οι μέθοδοι χαλάρωσης, όπως και ένας ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας, μπορούν να βοηθήσουν να κρατηθεί η ενέργεια σε επίπεδο απαιτούμενο για να έχουμε περισσότερη υπομονή και αγάπη.
Χωρίς αυτή την υπομονή και την εσωτερική ειρήνη, απλά δεν μαθαίνουμε τα μαθήματα που έχουμε έρθει να μάθουμε μέσα απ’ αυτό το ρόλο. Κάνοντας τις κινήσεις του γονιού με θυμωμένο ή μπερδεμένο τρόπο, απλά θα δημιουργήσουμε κάρμα και αρνητικές αντιδράσεις στο μέλλον.
Τελικά, το να είσαι γονιός απαιτεί αυτογνωσία. Υπάρχουν σεμινάρια που μπορούν να βοηθήσουν.
=====
Οι Αποδοχή των Συντρόφων μας Όπως Είναι
Οι ερωτικές σχέσεις είναι μια σημαντική πηγή πνευματικών μαθημάτων. Μπορούν, επίσης, να είναι συναισθηματικές παγίδες του εγώ. Είναι, συνήθως, καρμικές ή επιλογές της ψυχής, στις οποίες έχουμε αποφασίσει να σχετιστούμε με μια άλλη ψυχή που θα μας βοηθήσει να εξελιχθούμε με ευχάριστους και δυσάρεστους τρόπους.
Όταν θεωρούμε μια άλλη ψυχή ως ερωτικό σύντροφό μας, φυσιολογικά αποκτάμε προσκόλληση σ’ αυτή την ψυχή, αρχίζοντας να προσδοκούμε ορισμένες συμπεριφορές και αναπτύσσοντας ένα κατάλογο αναγκών που χρειαζόμαστε και συχνά απαιτούμε να ικανοποιήσει για να νιώθουμε καλά και να τον / την δεχτούμε και αγαπάμε.
Κάποιες προσκολλήσεις από το σύντροφό μας που αναπτύσσουμε μέσα σε τέτοιες σχέσεις είναι:
- Να μας αποδέχεται και να συμφωνεί μαζί μας.
- Να τηρεί τις συμφωνίες μας.
- Να είναι καλά και ευτυχισμένος.
- Να είναι ευχαριστημένος από μας.
- Να είναι ειλικρινής και να μην μας λέει ψέματα.
- Να νοιάζεται για μας περισσότερο από τους άλλους.
- Να παρουσιάζει μια θετική εμφάνιση στους άλλους.
- Να σέβεται τις ανάγκες μας.
- Να μας βοηθά να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας.
- Να είναι ερωτικά πιστός σ’ εμάς και σε κανέναν άλλο.
- Να μας βάζει πάνω από τους άλλους.
- Να μας συμπεριφέρεται με τον τρόπο που θα ήθελε να του συμπεριφερόμαστε.
- Να μας προσέχει όταν μιλάμε.
- Να μας αφήνει ελεύθερους να είμαστε αυτό που είμαστε και να κάνουμε ό,τι χρειαζόμαστε για να είμαστε ευτυχισμένοι.
- Να μας βοηθά, όταν χρειαζόμαστε βοήθεια.
- Να μας φέρεται με σεβασμό μπροστά στους άλλους.
- Να είναι ευγενικός και φιλικός με τους φίλους και τους συγγενείς μας.
- Να μας εκφράζει με λόγια την αγάπη του/της.
- Να βρίσκεται σωματικά στη ζωή μας – να μη μας αφήσει ή πεθάνει.
- Να φροντίζει τον εαυτό του/της.
- Να μας έχει εμπιστοσύνη.
- Και πολλά, πολλά περισσότερα.
Γενικά δεν θεωρούμε τον εαυτό μας αιώνια ψυχή σε μια σχέση με μια άλλη αιώνια ψυχή, αλλά σαν ένα εγώ που ανήκει στον άλλον ή με ένα άλλο εγώ που ανήκει σ’ εμάς. Η ταύτισή μας με το ρόλο του ερωτικού συντρόφου του άλλου μάς κάνει να είμαστε προσκολλημένοι στο να έχουμε και συχνά να απαιτούμε όλα τα παραπάνω από το συγκεκριμένο άτομο. Δεν είμαστε τόσο προσκολλημένοι στο να τα έχουμε από ξένους για να νιώθουμε καλά.
Όταν ο αγαπημένος μας δεν ικανοποιεί τις ανάγκες μας, νιώθουμε πλήγωμα, προδοσία, θυμό και ίσως σε περιπτώσεις μίσος. Αυτές οι προσκολλήσεις βασίζονται στην πεποίθηση ότι η αξία και η ασφάλειά μας εξαρτώνται από αυτή την αδελφή ψυχή, με την οποία ταυτιζόμαστε τώρα, και είναι υποχρεωμένη να ικανοποιεί όλες τις ανάγκες μας, και δεν μπορούμε να είμαστε καλά και ευτυχισμένοι αν δεν το κάνει.
Πιστεύουμε ότι χάνουμε την αξία μας και μειωνόμαστε, όταν αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος, με τον οποίο έχουμε ταυτιστεί, δεν ικανοποιεί αυτές τις προσκολλήσεις. Η προσκόλληση να έχουμε αυτή τη συμπεριφορά από αυτό το συγκεκριμένο άνθρωπο μάς δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα και συχνά καταστρέφει τη σχέση.
Υπάρχουν, εντούτοις, 7 δισεκατομμύρια άλλοι άνθρωποι πάνω στον πλανήτη που μπορούν να είναι ευτυχισμένοι χωρίς να παίρνουν αγάπη, προσοχή ή στήριξη από αυτόν το συγκεκριμένο άνθρωπο. Πώς μπορούν εκείνοι να είναι ευτυχισμένοι και να νιώθουν την αξία τους χωρίς αυτή την αδελφή ψυχή, με την οποία εμείς έχουμε κάνει αυτό το νοερό και πνευματικό συμβόλαιο; Πώς μπορούμε εμείς να είμαστε ευτυχισμένοι χωρίς να παίρνουμε ό,τι χρειαζόμαστε από τις αδελφές ψυχές, με τις οποίες εκείνοι έχουν συμβόλαια;
Είναι απόλυτα φυσιολογικό να έχουμε αυτές τις προσδοκίες από τον αγαπημένο μας. Είναι ακόμη πιο σημαντικό να προσπαθούμε να φερόμαστε εμείς με τους προαναφερθέντες τρόπους στον αγαπημένο μας. Το να το κάνουμε είναι η ευκαιρία μας για συναισθηματική ωριμότητα, πνευματική εξέλιξη, καθώς και προσωπική ελευθερία και γαλήνη του νου. Η εξέλιξή μας εξαρτάται από το να είμαστε αυτό που θα θέλαμε να είναι οι άλλοι και να επιτρέπουμε στους άλλους να το καθρεφτίζουν, αν και όταν μπορούν. Η ζωή και οι στενές σχέσεις πάντοτε καθρεφτίζουν πίσω σ’ εμάς αυτό που χρειάζεται να μάθουμε.
Η προσκόλλησή μας σε πολύ συγκεκριμένες συμπεριφορές από τον ερωτικό σύντροφό μας είναι η αιτία πόνου και σύγκρουσης σε τέτοιες σχέσεις, όταν εκείνος δεν είναι αρκετά φωτισμένος ώστε να είναι όσο τέλειος χρειαζόμαστε. Θα υπάρξουν φορές, όταν εμείς και ο άλλος θα είμαστε κουρασμένοι, ταραγμένοι, νιώθοντας απομακρυσμένοι, πληγωμένοι ή προδομένοι, που δεν θα μπορούμε να φερθούμε με ιδανικό τρόπο. Όπως θα θέλαμε οι άλλοι να κατανοούν ότι δεν μπορούμε πάντα να είμαστε αυτό που θα θέλαμε και θέλουμε να μας συγχωρούν γι’ αυτό, θα ήταν σωστό να κάνουμε το ίδιο και να κατανοούμε να δεχτούμε και συγχωρούμε τους άλλους όταν κι εκείνοι δεν μπορούν.
Η ταύτισή μας εδώ είναι με το ρόλο του ερωτικού συντρόφου και τα συναισθήματα είναι πολυάριθμα, εξαρτώμενα από τον άλλο, την κατάσταση και τη συμπεριφορά. Μπορεί να νιώθουμε πόνο που δεν μας προσέχει, απόρριψη και υποτίμηση όταν μας κριτικάρει ή φωνάζει, αδικία όταν μας λέει ψέματα ή μας κακοποιεί, καταπίεση όταν απαιτεί από εμάς, προδοσία όταν προσέχει περισσότερο άλλους, διαλυμένοι αν έχει ερωτικές σχέσεις με άλλους, πόνο και χαμένοι αν μας αφήσει ή πεθάνει. Θα νιώθουμε, επίσης, αξία, ασφάλεια, ηρεμία, ευτυχία και αγάπη όταν μας συμπεριφέρεται όπως το εγώ μας χρειάζεται, ή εναλλακτικά όταν αρχίζουμε να λειτουργούμε ως ψυχές και όχι ως εγώ.
Όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα βασίζονται στην πεποίθηση ότι η αξία, ασφάλεια, ελευθερία, ευτυχία και ο σκοπός της ζωής μας εξαρτώνται κατά κάποιο τρόπο από την ύπαρξη, αποδοχή, αφοσίωση, αγάπη, ευτυχία, υγεία και συμπεριφορά αυτής της συγκεκριμένης ψυχής προς εμάς. Μερικοί έχουν περάσει από διάφορες τέτοιες σχέσεις και έχουν δώσει αυτή τη δύναμη σε κάθε νέο σύντροφο και τώρα αδιαφορούν για το τι κάνει ένας πρώην σύντροφος. Δίνουμε σε κάθε άτομο και κατάσταση τη δύναμη να μας κάνει ευτυχισμένους ή να υποφέρουμε. Η δύναμη δεν βρίσκεται στον άλλον ή στην κατάσταση. Αυτό δημιουργείται από την ταύτισή μας, τις πεποιθήσεις και τις προσκολλήσεις μας.
Αν κάποιος μας υπνώτιζε και μας έλεγε ότι ένας άλλος άνθρωπος ήταν ο ερωτικός σύντροφός μας, τότε θα ήμασταν εξαρτημένοι από αυτόν και προσκολλημένοι σε ορισμένες συμπεριφορές του. Το εγώ μας δεν ικανοποιείται ακόμη κι αν παίρνουμε αγάπη, σεβασμό, στήριξη, ενθάρρυνση και αποδοχή από δέκα άλλους ανθρώπους, το θέλει από τη συγκριμένη ψυχή.
Είναι φυσιολογικό να προσδοκούμε από τους αγαπημένους μας να μας φέρονται με τους προαναφερθέντες τρόπους. Έτσι θα αλληλεπιδρούσαν δύο αφυπνισμένες ψυχές. Αλλά μέχρι να φωτιστούμε, δεν είμαστε δύο ψυχές, αλλά δύο εγώ που συγχρωτίζονται. Το εγώ από τη φύση του είναι ιδιοτελές και ενδιαφέρεται περισσότερο για τις δικές του ανάγκες παρά για τις ανάγκες του άλλου.
Όταν εξαρτιόμαστε από τους άλλους για τα αισθήματά μας αξίας, ασφάλειας και ευτυχίας, αισθανόμαστε την ανάγκη να τους ελέγξουμε για να πάρουμε αυτό που χρειαζόμαστε απ’ αυτούς. Ακολούθως παραπονιόμαστε, διαφωνούμε, κριτικάρουμε, κατηγορούμε, καταδικάζουμε, ακόμη και απειλούμε ή παίζουμε το θύμα, για να πάρουμε ό,τι χρειαζόμαστε από τους άλλους. Φυσικά και οι άλλοι κάνουν το ίδιο μ’ εμάς και συγκρουόμαστε.
Εκτός από τη σύγκρουση αναγκών, τα εγώ μας διαφωνούν επίσης για το «ποιος έχει δίκιο». Αυτός είναι ένας αιώνιος ανταγωνισμός ανάμεσα σε εγώ που σχετίζονται. Συχνά δεν θυμόμαστε καν ποιο είναι το θέμα της σύγκρουσης, επειδή βασικά θέλουμε απλά ο άλλος να παραδεχτεί ότι έχουμε δίκιο και αυτός άδικο. Επειδή τα εγώ μας έχουν έλλειψη δικής τους ενέργειας και αξίας, αναζητούν να τα πάρουν από τους άλλους μέσα απ’ αυτά τα παιχνίδια.
Έχουμε αυτή την ιδέα της τέλειας σχέσης αγάπης στο νου μας, επειδή αυτή είναι η μοίρα μας, αυτό που αναζητούμε να γίνουμε. Το γεγονός ότι ο άλλος δεν μας δίνει όλα όσα θέλουμε είναι μέρος της διαδικασίας εξέλιξης από το εγώ στην ψυχή. Όταν ο άλλος δεν ικανοποιεί τις προσκολλήσεις μας, έχουμε την επιλογή να γίνουμε πικροί και να θυμώσουμε ή να συνεχίσουμε να αγαπάμε. Αυτή η τριβή ανάμεσα στα εγώ είναι μια ευκαιρία για εξέλιξη.
Όταν ο σύντροφός μας ή οποιοσδήποτε άλλος δεν ικανοποιεί τις ανάγκες μας, χρειάζεται να θέσουμε τις ακόλουθες ερωτήσεις;
- Είναι πιθανό να μην έχουμε εξηγήσει αρκετά αποτελεσματικά τις ανάγκες μας και το πώς νιώθουμε όταν δεν ικανοποιούνται και γιατί είναι τόσο σημαντικές για μας; Έχουμε επικοινωνήσει καθαρά και με αγάπη, χωρίς να ρίχνουμε φταίξιμο, να κριτικάρουμε, να απορρίπτουμε ή να κατηγορούμε; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε ίσως να χρειάζεται να μάθουμε αποτελεσματική επικοινωνία.
- Μήπως υπάρχουν μέρη του υποσυνειδήτου μας που μπορεί να εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης; Ίσως πιστεύουμε κρυφά ότι δεν την αξίζουμε ή ότι δεν μπορεί να συμβεί. Ίσως φοβόμαστε ότι, αν πάρουμε αυτό που χρειαζόμαστε, θα χάσουμε κάτι άλλο, όπως το ρόλο του θύματος ή την ελευθερία μας. Μήπως υποσυνείδητα φοβόμαστε ότι θα είμαστε υποχρεωμένοι στον άλλο αν ικανοποιήσει την ανάγκη μας; Μήπως θέλουμε κρυφά να έχουμε κάτι να παραπονιόμαστε;
- Θα μπορούσε η συμπεριφορά μας να εμποδίζει τους άλλους να συμμορφωθούν με τις ανάγκες μας; Ίσως η κριτική μας να τους εμποδίζει να ανοιχτούν. Ή ίσως η τάση μας να κάνουμε καθετί γρήγορα και με άγχος να τους εμποδίζει να συμμετέχουν. Μήπως είμαστε ανταγωνιστικοί και έτσι κάνουμε τους άλλους να νιώθουν την ανάγκη να αντιδράσουν ενάντια σ’ αυτό που θέλουμε; Μήπως χρειαζόμαστε να έχουμε πάντα δίκιο, δημιουργώντας την ίδια ανάγκη στον άλλον; Μήπως η συμπεριφορά μας ενθαρρύνει ή αποθαρρύνει τους άλλους από το να θέλουν να συμμορφωθούν με τις ανάγκες μας; Δείχνουμε ενδιαφέρον και θέλουμε να ικανοποιήσουμε τις δικές τους ανάγκες;
- Μήπως είναι καιρός να υπερβούμε αυτή την ανάγκη; Ίσως να είναι μια ευκαιρία να μάθουμε να είμαστε ευτυχισμένοι χωρίς την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης. Μπορεί να έχουμε κάνει μια επιλογή της ψυχής για τη μη ικανοποίηση αυτής της συγκεκριμένης ανάγκης από αυτό το άτομο, ώστε να αφήσουμε αυτή την προσκόλληση και την ψευδαίσθηση ότι δεν μπορούμε να είμαστε καλά αν δεν πάρουμε αυτό που θέλουμε και έτσι να πλησιάσουμε περισσότερο στη φύση της ψυχής μας, η οποία στην πραγματικότητα δεν έχει προσκολλήσεις.
Όταν οι ανάγκες και οι προσκολλήσεις μας δεν ικανοποιούνται από το σύντροφο, τους γονείς, τα παιδιά, τους φίλους, τους συνεργάτες, χρειάζεται να θέσουμε στον εαυτό μας τις παραπάνω ερωτήσεις και να ανακαλύψουμε μήπως εμείς συμβάλλουμε σ’ αυτή την κατάσταση ή γιατί μπορεί να έχουμε επιλέξει αυτή την εμπειρία μάθησης και ποιο μπορεί να είναι το μάθημά μας.
Για να βιώσουμε την πνευματική μας φύση, χρειάζεται να μεταμορφώσουμε τις προσκολλήσεις σε προτιμήσεις. Όταν προτιμούμε κάτι, τότε μας αρέσει, εκφράζουμε την επιθυμία μας γι’ αυτό, κάνουμε οτιδήποτε είναι ηθικά δυνατό για να το πραγματοποιήσουμε στη ζωή μας, αλλά ξέρουμε στο πίσω μέρος του νου μας ότι μπορούμε να είμαστε καλά και ευτυχισμένοι αν δεν το έχουμε.
Μετατρέποντας τις προσκολλήσεις μας σε προτιμήσεις, μπορούμε να δημιουργήσουμε τις σχέσεις που επιθυμούμε, χωρίς το φόβο ότι μπορεί να μην έχουμε ό,τι θέλουμε ή ότι εφόσον το έχουμε μπορεί να το χάσουμε.
Εμείς, ψυχές, ως «πνευματικοί» ερωτικοί σύντροφοι
Μια πολύ περίεργη συμπεριφορά του εγώ είναι ότι τείνει να καλλιεργεί αρνητικά συναισθήματα προς εκείνες τις ψυχές με τις οποίες ήμασταν κάποτε πολύ κοντά. Αυτό είναι αληθινά ένα παράξενο φαινόμενο. Ερωτευόμαστε, νοιαζόμαστε για τον άλλον, μοιραζόμαστε το σπίτι και το κρεβάτι μας μαζί του, ίσως έχουμε παιδιά μαζί του και απολαμβάνουμε πολλές ευχάριστες εμπειρίες μαζί. Μ’ αυτές τις ψυχές έχουμε μοιραστεί πολύ περισσότερα παρά με κάθε άλλη ψυχή πάνω στη γη. Ανεξάρτητα από την απογοήτευση, το πλήγωμα ή την προδοσία που τελικά νιώσαμε, αυτές είναι ψυχές που μας έχουν επίσης προσφέρει, τουλάχιστον μέχρι κάποια στιγμή στη σχέση μας, πολύ περισσότερα από άλλους στη ζωή μας, προς τους οποίους δεν έχουμε αυτά τα αρνητικά συναισθήματα.
Οι πρώην σύντροφοι μας μπορεί να μας έχουν πληγώσει με διάφορους τρόπους, αλλά μας έχουν επίσης προσφέρει πολύ περισσότερα από το 99,999 τοις εκατό των άλλων ανθρώπων πάνω στον πλανήτη. Μία από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες για τα περισσότερα εγώ είναι να βλέπουν τον πρώην σύντροφο ευτυχισμένο με κάποιον άλλο άνθρωπο. Γιατί να είναι δυστυχισμένο το εγώ μας επειδή ο πρώην μας αγαπά κάποιον άλλον;
Η απάντηση είναι προφανώς ότι το εγώ μας έχει έλλειψη αίσθησης αξίας και εσωτερικής ασφάλειας και απειλείται από την ιδέα ότι ο πρώην μας μπορεί να είναι ευτυχισμένος με κάποιον άλλον. Η λογική του εγώ μας εδώ είναι ότι, αν μπορεί να είναι ευτυχισμένος με άλλον και όχι με μας, τότε εμείς φταίμε κα δεν αξίζουμε. Θέλουμε να φταίει ο άλλος. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχει φταίξιμο. Αυτές είναι εμπειρίες που έχουν συμφωνηθεί και από τους δύο για την πνευματική μας εξέλιξη.
Αυτή η λανθασμένη λογική είναι πηγή μεγάλου πόνου. Εμείς, ως ψυχές, δεν γοητευόμαστε από μια άλλη ψυχή επειδή είναι καλύτερη ή πιο άξια από τους άλλους. Σε κάποιες περιπτώσεις, ούτε καν επειδή την αγαπάμε περισσότερο. Γοητευόμαστε επειδή έχουμε ένα συμβόλαιο ψυχής για να μάθουμε κάτι μαζί. Αυτό που ονομάζουμε έρωτα είναι το εσωτερικό συμβόλαιο ψυχής που μας σπρώχνει προς την άλλη ψυχή, με την οποία έχουμε κάτι να μοιραστούμε, να μάθουμε ή να δημιουργήσουμε. Ο έρωτας είναι ένα μέρος από αυτό, αλλά αυτός ο έρωτας είναι συνήθως υπό τον όρο ότι ό άλλος πρέπει να ικανοποιεί τις ανάγκες μας. Αυτό είναι προϊόν της ανασφάλειας και της αυτοαμφισβήτησης του εγώ μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μείνουμε με τον σύντροφο μας, αν μας χτυπά, μας λέει ψέματα ή μας απατά. Αν και σε μερικές σχέσεις που είναι καρμικές ή επιλογές της ψυχής μπορεί να αποφασίσουμε να μείνουμε για να μάθουμε κάτι. Αλλά αυτό δεν είναι πάντοτε το μάθημα. Μερικές φορές, όταν έχουμε κάνει ό,τι μπορούμε για να θεραπεύσουμε μια σχέση και ο άλλος εξακολουθεί να συμπεριφέρεται με ανήθικους και άδικους τρόπους, να μας φέρεται με τρόπο που δεν θα ήθελε να του φερόμαστε, μπορεί να χρειάζεται να τον αφήσουμε και να δημιουργήσουμε τη ζωή που αξίζουμε.
Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να καλλιεργούμε αρνητικά συναισθήματα ή μίσος για τον άλλο ή να μιλάμε άσχημα γι’ αυτόν (ιδιαίτερα στα παιδιά μας). Χρειάζεται να πάρουμε το 50% της ευθύνης (όχι του φταιξίματος) και να συγχωρήσουμε και να αγαπάμε αυτή την ψυχή, με την οποία έχουμε κάνει αυτά τα συμβόλαια. Και να ευχόμαστε το καλύτερο γι’ αυτήν, ακόμη κι αν είναι με κάποιον άλλον.
Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε μαζί τους, αλλά το μάθημα της ψυχής μας είναι να τους αγαπάμε, να ευχόμαστε να είναι καλά και να τους βοηθάμε αν το χρειάζονται. Εμείς, ως ψυχές, τους αγαπάμε οτιδήποτε κι αν έχουν κάνει, ακόμη κι όταν το εγώ μας δεν νιώθει αγάπη.
Η Αγνή Αγάπη
Ως αδελφές ψυχές, έχουμε τη δική μας εσωτερική πηγή ασφάλειας, αξίας, δύναμης και νοήματος. Δεν χρειάζεται να τα πάρουμε από τον άλλον. Μπορούμε τώρα να δεχτούμε και να αγαπάμε τους άλλους όπως είναι. Δεν μπορούμε να αγαπάμε τους άλλους αγνά όσο είμαστε εξαρτημένοι απ’ αυτούς. Όταν είμαστε εξαρτημένοι και ο άλλος δεν μας δίνει αυτό που θέλουμε, χάνουμε την αγάπη μας και νιώθουμε πόνο, προδοσία, απόρριψη και θυμό.
Η αγνή αγάπη στην πραγματικότητα έρχεται από τη δύναμη και την ανεξαρτησία. Δεχόμαστε και αγαπάμε το σύντροφό μας, (γονιό ή παιδί μας) ακόμη κι όταν δεν μας δίνει αυτό που χρειαζόμαστε. Θέλουμε να είναι ευτυχισμένος και ικανοποιημένος με τους τρόπους που καθοδηγείται από μέσα του. Βέβαια θα του εκφράζουμε τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας, αλλά παίρνουμε απόλυτη ευθύνη για την πραγματικότητα και τα συναισθήματά μας. Επίσης, αφήνουμε στον άλλο την ευθύνη για τις δικές του δημιουργίες και τα δικά του συναισθήματα.
Αντιλαμβανόμαστε τους άλλους ως ίσους. Όχι ως ανώτερα όντα, που χρειαζόμαστε την έγκρισή τους. Ούτε ως αδύναμα και απληροφόρητα όντα που χρειάζονται την καθοδήγησή μας. Επικοινωνούμε χωρίς να παίζουμε ρόλους, όπως του θύματος, του απόμακρου, του ανακριτή ή του τρομοκράτη. Εξηγούμε καθαρά και με ειλικρίνεια ενήλικα προς ενήλικα αυτά που χρειαζόμαστε και αυτά που νιώθουμε, χωρίς να ρίχνουμε φταίξιμο ή να κριτικάρουμε. Ενδιαφερόμαστε να μάθουμε πώς νιώθουν και χαιρόμαστε να τους βοηθάμε να αισθάνονται ευτυχισμένοι.
Χαιρόμαστε να κάνουμε πράγματα για τους άλλους και να συμμετέχουμε στην ευτυχία τους. Το να ικανοποιούμε τις ανάγκες τους είναι τόσο σημαντικό για μας όσο το να ικανοποιούμε τις δικές μας. Επίσης, το να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας είναι εξίσου σημαντικό με το να ικανοποιούμε τις δικές τους. Σεβόμαστε και θαυμάζουμε τους άλλους, αλλά επίσης και τον εαυτό μας. Σεβόμαστε και αυτούς και τον εαυτό μας.
Τους αντιλαμβανόμαστε ως ψυχές με τις οποίες έχουμε κάνει αυτό το συμβόλαιο αμοιβαίας στήριξης του ενός από τον άλλο στη διαδικασία εξέλιξής μας. Αυτό σημαίνει ότι λέμε την αλήθεια με αγάπη, ακόμη κι όταν μπορεί να μην αρέσει στο εγώ τους. Επίσης, σημαίνει ότι ακούμε αυτό που λένε, χωρίς να θιγόμαστε και να αμυνόμαστε. Είμαστε σίγουροι ότι κάθε λέξη και πράξη τους είναι μια ευκαιρία για εξέλιξη. Μερικές φορές αυτή η εξέλιξη σημαίνει να κάνουμε υπομονή, να μην παίρνουμε τα πράγματα προσωπικά, να τους κατανοούμε, να τους συγχωρούμε και να τους αγαπάμε. Άλλες φορές θα σημαίνει να εξηγούμε καθαρά και με αγάπη τι μπορούμε να αποδεχτούμε και τι δεν μπορούμε. Το να τους αγαπάμε δεν σημαίνει ότι επιτρέπουμε στο εγώ τους να μας φέρεται με τρόπους που δεν θα ήθελαν να τους φερόμαστε. Το να τους αγαπάμε σημαίνει να τους φερόμαστε όπως θα θέλαμε να μας φέρονται.
Αγάπη σημαίνει να τους στηρίζουμε όταν μας χρειάζονται, αλλά επίσης να τους ενθαρρύνουμε να πάρουν την ευθύνη για τη δημιουργία της δικής τους θετικής πραγματικότητας. Αγάπη σημαίνει να τους αποδεχόμαστε όπως είναι και να αναγνωρίζουμε τις θετικές τους ιδιότητες. Σημαίνει να τους επιτρέπουμε να προχωρήσουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, ακόμη κι όταν μπορεί να μην είναι δικά μας όνειρα. Σημαίνει να τους στηρίζουμε και να τους ενθαρρύνουμε να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους.
Το να τους αγαπάμε είναι μονόπλευρη επιλογή. Δεν βασίζεται στο τι πρόκειται να κάνουν. Το να τους αγαπάμε ως ψυχή σημαίνει να επιλέγουμε να τους αγαπάμε ακόμη κι όταν δεν μπορούν να ανταποδώσουν την αγάπη, ακόμη κι όταν είναι ιδιοτελείς. Σημαίνει να βλέπουμε πέρα από το ιδιοτελές και φοβισμένο εγώ και να βιώνουμε την αγάπη μέσα μας γι’ αυτό που πραγματικά είναι – μία θεϊκή ύπαρξη που μας προσφέρει μια ευκαιρία να γίνουμε μεγαλύτεροι, λιγότερο μικροπρεπείς, λιγότερο φοβισμένοι και να αγαπάμε ως ψυχή. Το να αγαπάμε ως ψυχές ωφελεί εμάς πολύ περισσότερο από τους άλλους, παρόλο που δίνει στους άλλους την ευκαιρία να αφήσουν τα παιχνίδια του εγώ τους. Δεν είναι σίγουρο ότι εκείνοι θα κάνουν αυτή την επιλογή. Δεν σημαίνει πάντοτε ότι θα ανταποδώσουν την αγάπη μας ως ψυχές, επειδή μπορεί να χρειάζεται να μάθουμε περισσότερα μαθήματα πριν αυτό αποβεί προς όφελός μας.
Το γεγονός είναι ότι αξίζουμε να μας αποδέχονται, να μας σέβονται και να μας αγαπούν χωρίς όρους ακριβώς όπως είμαστε. Αλλά μπορεί να έχουμε κάνει συμβόλαιο με τις άλλες ψυχές να δοκιμάσουν την αγάπη μας με διάφορους τρόπους. Έτσι, οι άλλοι μπορεί να μην είναι πάντα ελεύθεροι και ικανοί να ανταποκριθούν με αγνή αγάπη, μέχρι να μάθουμε τα μαθήματά μας.
Το να αγαπάμε αγνά σημαίνει να αγαπάμε την ουσία μέσα στους άλλους και να εμπιστευόμαστε την εσωτερική τους καθοδήγηση, όταν τους παρασύρει σε αμφίβολους και επικίνδυνους δρόμους. Φυσικά, έχουμε κάθε δικαίωμα να εκφράσουμε τις ανησυχίες μας, αλλά απλώς δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε τι χρειάζεται να βιώσει αυτή η ψυχή, για να κάνει το επόμενο βήμα στην εξέλιξή της. Μερικές φορές οι άλλοι χρειάζεται να βιώσουν οι ίδιοι τις συνέπειες των επιλογών τους για να μάθουν απ’ αυτές.
Το να αγαπάμε τους άλλους σημαίνει να αφήσουμε το παρελθόν και να συγχωρήσουμε οτιδήποτε, καθώς θυμόμαστε ότι είμαστε οι μοναδικοί δημιουργοί της πραγματικότητάς μας. Σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε κάθε στιγμή τον άλλον με μηδενική ιστορία, σαν να τον βλέπουμε για πρώτη φορά. Η συγχώρεση του εαυτού μας είναι εξίσου ουσιαστική για τη διαδικασία.
Όταν αγαπάμε ο ένας τον άλλον, ως ψυχές, γινόμαστε δύο δυνατές ίσες υπάρξεις που είμαστε μαζί επειδή σεβόμαστε, θαυμάζουμε, αγαπάμε και νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον και όχι επειδή δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι μόνοι μας ή χωρίς τον άλλον. Μια τέτοια σχέση εξυπηρετεί τη διαδικασία εξέλιξης μας, αλλά είναι επίσης μια δημιουργική διαδικασία, μέσα από την οποία μπορούμε να προσφέρουμε περισσότερα στους γύρω μας.
Η επιλογή είναι δική μας. Μπορούμε να συμμετέχουμε ως εγώ ή ως ψυχές στις σχέσεις μας. Δεν έχει σημασία τι κάνει ο άλλος. Μπορούμε να είμαστε σε μια πνευματική σχέση, ακόμη κι όταν οι άλλοι λειτουργούν από το εγώ τους.