Περίληψη 4ου μαθήματος συντονιστών
1 Πώς συνδέονται το ερέθισμα οι πεποιθήσεις τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις
Για να κατανοήσουμε μια συναισθηματική αντίδραση, διακρίνουμε τη σειρά με την οποία δημιουργείται από τη σειρά με την οποία την αναλύουμε.
Στη δημιουργία της αντίδρασης, προηγείται ένα ερέθισμα.Το ερέθισμα περνά μέσα από το σύστημα των πεποιθήσεών μας και αποκτά ένα προσωπικό νόημα. Ανάλογα με αυτό το νόημα, δημιουργούνται συναισθήματα, τα οποία στη συνέχεια επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας.
Η βασική ακολουθία είναι:
Ερέθισμα → ερμηνεία μέσα από τις πεποιθήσεις → συναίσθημα → αντίδραση
Στην ανάλυση, όμως, συχνά ακολουθούμε την αντίστροφη πορεία. Ξεκινάμε από αυτό που είναι ήδη αντιληπτό —το συναίσθημα ή το πρόβλημα— και αναζητούμε:
- Πότε εμφανίζεται και ποιο είναι το ερέθισμα.
- Πώς ερμηνεύουμε αυτό που συμβαίνει.
- Ποιες πεποιθήσεις συνδέονται με αυτή την ερμηνεία.
- Ποιες βαθύτερες πεποιθήσεις στηρίζουν τις πρώτες.
- Ποια βιώματα μπορεί να έχουν συμβάλει στη διαμόρφωσή τους.
Τα παιδικά βιώματα επηρεάζουν τη διαμόρφωση των πεποιθήσεων, των συναισθημάτων και των αντιδράσεών μας, συνειδητά και υποσυνείδητα. Παράλληλα, οι πεποιθήσεις λειτουργούν σαν φίλτρο: προσέχουμε και ερμηνεύουμε όσα συμβαίνουν με τρόπο που συχνά επιβεβαιώνει αυτά που ήδη πιστεύουμε.
Μπορεί έτσι να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Πιστεύω ότι θα με απορρίψουν, αντιλαμβάνομαι τη συμπεριφορά του άλλου ως απόρριψη, αμύνομαι ή επιτίθεμαι και ενδέχεται να συμβάλλω στην απομάκρυνσή του. Η απομάκρυνση αυτή επιβεβαιώνει την αρχική μου πεποίθηση.
Ως συντονιστές βοηθάμε τον άνθρωπο να αναγνωρίσει αυτόν τον μηχανισμό, να κατανοήσει τη δική του συμμετοχή και να δει τις επιλογές του.
Η εργασία αυτή προϋποθέτει ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε την ίδια διερεύνηση και στον εαυτό μας!
2 Σκαλοπάτια της ενεργητικής ακρόασης
Η ενεργητική ακρόαση ακολουθεί μια πορεία που προσαρμόζεται στον άνθρωπο και σε όσα αναδύονται στη συνάντηση:
1. Αναγνωρίζουμε το πρόβλημα και το ερέθισμα.
2. Εντοπίζουμε τα συναισθήματα και διακρίνουμε πώς συνδέονται μεταξύ τους.
3. Διερευνούμε τις πεποιθήσεις που αντιστοιχούν στα επιμέρους συναισθήματα.
4. Προχωράμε στις βαθύτερες, ριζικές πεποιθήσεις και, όπου είναι κατάλληλο, στις εμπειρίες που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή τους.
5. Συνοψίζουμε όσα αναγνωρίστηκαν, και βγαζουμε τα συμπεράσμαρτα μας ,σε συνεργασία με τον άνθρωπο.
6. Διερευνούμε τι θέλει να αλλάξει, για ποιον λόγο και ποιες νέες αντιλήψεις θέλει να καλλιεργήσει.
7. Καταλήγουμε σε συγκεκριμένες ενέργειες εφαρμογής.
8. Στην επόμενη συνάντηση αναθεωρούμε την εφαρμογή και προσαρμόζουμε τις αποφάσεις.
Δεν χρειάζεται να βρεθούν όλες οι απαντήσεις σε μία συνάντηση!
Μπορούμε να σταματήσουμε σε ένα ουσιαστικό ερώτημα που θα συνεχίσει να επεξεργάζεται ο άνθρωπος μέχρι την επόμενη φορά.
3 Η διάκριση ανάμεσα στο ερέθισμα και την ερμηνεία
Το ερέθισμα είναι κάτι που μπορούμε να περιγράψουμε συγκεκριμένα: λόγια, κινήσεις, εκφράσεις ή γεγονότα. Η ερμηνεία είναι το νόημα που αποδίδουμε σε αυτά.
Για παράδειγμα:
- «Ύψωσε τη φωνή του» περιγράφει μια συμπεριφορά.
- «Δεν με αγαπάει» εκφράζει μια ερμηνεία.
- «Μου ζήτησε να κάνω κάτι διαφορετικά» περιγράφει ένα γεγονός.
- «Θέλει να με καταπιέζει» αποδίδει ένα κίνητρο.
Δεν θεωρούμε δεδομένο ότι γνωρίζουμε τις προθέσεις του άλλου. Μπορεί να προσπαθεί να προστατεύσει κάποια ανάγκη του, ενώ εμείς ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά του μέσα από τους δικούς μας φόβους και τα προηγούμενα βιώματά μας.
Μπορούμε να δουλέψουμε είτε με το πραγματικό ερέθισμα είτε με την ερμηνεία ως ερέθισμα. Για παράδειγμα, μπορούμε να εξετάσουμε τι νιώθει ο άνθρωπος όταν σκέφτεται «δεν με αγαπάει», χωρίς να θεωρούμε ότι αυτή η σκέψη αποτελεί αποδεδειγμένο γεγονός.
4 Οι διαφορετικές κατηγορίες συναισθημάτων
Στο ίδιο θέμα μπορεί να συνυπάρχουν πολλά συναισθήματα, επειδή ενεργοποιούνται διαφορετικές πεποιθήσεις. Διακρίνουμε τέσσερις κατηγορίες:
- Κύριο συναίσθημα: αυτό που αναγνωρίζει αρχικά ο άνθρωπος, όπως πόνος ή αίσθημα αδικίας.
- Παράλληλα συναισθήματα: όσα υπάρχουν μαζί με το κύριο, όπως απογοήτευση ή αδυναμία.
- Βαθύτερα συναισθήματα: όσα βρίσκονται πιο βαθιά από τα πιο εμφανή
- Δευτερογενή συναισθήματα: Μπορεί να θυμώνω επειδή φοβάμαι, να ντρέπομαι για τον θυμό μου ή να νιώθω ενοχή επειδή θύμωσα.
Στα δευτερογενή συναισθήματα, το αρχικό συναίσθημα γίνεται το ίδιο ερέθισμα. Για παράδειγμα, νιώθω φόβο και, επειδή πιστεύω ότι «δεν επιτρέπεται να φοβάμαι», νιώθω ντροπή.
Επομένως, δεν αναζητούμε μία μόνο πεποίθηση για ολόκληρη την κατάσταση. Εξετάζουμε ξεχωριστά τι συνδέεται με τον φόβο, τι με τον θυμό και τι με την ενοχή ή τη ντροπή.
5 Από τις επιφανειακές στις ριζικές πεποιθήσεις
Η βασική ερώτηση είναι:
«Τι πιστεύεις για αυτό που συμβαίνει και νιώθεις αυτό το συναίσθημα;»
Αφού αναγνωρίσουμε μια πεποίθηση, προχωράμε βαθύτερα:
- «Τι σε κάνει να πιστεύεις αυτό;»
- «Τι πιστεύεις ότι κινδυνεύει εδώ;»
- «Τι χρειάζεσαι να γίνει για να νιώσεις καλά;»
- «Τι θεωρείς ότι χάνεις αν δεν γίνει;»
- «Τι σημαίνει αυτό για εσένα;»
Μπορεί αρχικά ο άνθρωπος να πει: «Με ενοχλεί που με κριτικάρει». Στη συνέχεια να αναγνωρίσει: «Πιστεύω ότι δεν με αποδέχεται». Πίσω από αυτό μπορεί να υπάρχει η πεποίθηση: «Χρειάζομαι την αποδοχή του για να αξίζω».
Αναζητούμε, επομένως, τις προϋποθέσεις που έχουμε θέσει για την αξία, την ασφάλεια, την ελευθερία, τον έλεγχο, την απόλαυση ή το νόημα της ζωής μας.
Αν ο άνθρωπος πει ότι χάνει την ηρεμία ή την ευτυχία του, διερευνούμε τι πιστεύει ότι χάνει και αναστατώνεται. Για παράδειγμα, μπορεί να θεωρεί ότι χωρίς την αναγνώριση του άλλου χάνει την αξία του ή ότι χωρίς ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα χάνει την ασφάλειά του.
Η βαθύτερη ρίζα της ανασφάλειας συνδέεται με την ταύτιση αποκλειστικά με το σώμα και την προσωπικότητα.
Η αναγνώριση του εαυτού ως πνευματικής ύπαρξης θέτει διαφορετική βάση ασφάλειας.
6 Ο τρόπος με τον οποίο θέτουμε τις ερωτήσεις
Οι ερωτήσεις βοηθούν όταν εκφράζονται με ενδιαφέρον, κατανόηση και σεβασμό. Ο τόνος μπορεί να μετατρέψει την ίδια ερώτηση είτε σε πρόσκληση διερεύνησης είτε σε αμφισβήτηση της εμπειρίας του άλλου.
Αντί για το «Και τι θα πάθεις;», μπορούμε να ρωτήσουμε:
- «Τι φοβάσαι ότι μπορεί να συμβεί;»
- «Τι μπορεί να γίνει εδώ που δεν θα ήθελες να γίνει;»
- «Πώς πιστεύεις ότι αυτό μπορεί να σε επηρεάσει;»
Δεν υποβαθμίζουμε κάτι επειδή σε εμάς φαίνεται ασήμαντο. Αναγνωρίζουμε ότι κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικά ευαίσθητα σημεία.
Η διερεύνηση χρειάζεται να δημιουργεί ασφάλεια. Δεν επιδιώκουμε να αποσπάσουμε μια απάντηση ούτε να οδηγήσουμε τον άνθρωπο στο συμπέρασμα που έχουμε εμείς στο μυαλό μας.
7 Η διερεύνηση του φόβου
Στον φόβο εξετάζουμε δύο βασικές εκτιμήσεις:
1. Πόσο πιθανό θεωρεί ο άνθρωπος να συμβεί αυτό που φοβάται.
2. Κατά πόσο πιστεύει ότι θα μπορέσει να το αντιμετωπίσει αν συμβεί.
Βοηθάμε να εκτιμήσει την πιθανότητα πιο συγκεκριμένα και να αναγνωρίσει τις δυνάμεις του. Μπορεί να θυμηθεί δυσκολίες που έχει ήδη αντιμετωπίσει και να διακρίνει το «δεν θέλω να συμβεί» από το «δεν θα μπορέσω να το αντέξω».
Χρειάζεται επίσης να προσδιορίζουμε ακριβώς τι είναι αυτό που φοβάται.Δεν αρκούμαστε στο «φοβάμαι τον θάνατο» ή «φοβάμαι το διαζύγιο». Ρωτάμε τι ακριβώς φοβάται ο άνθρωπος: τον πόνο, τη διαδικασία, την εξάρτηση, τη μοναξιά, την απώλεια συντροφικότητας ή την οικονομική ανασφάλεια.
Όσο πιο συγκεκριμένα κατανοούμε τον φόβο, τόσο πιο καθαρά αναγνωρίζουμε τις πεποιθήσεις που συνδέονται με αυτόν.
8 Όταν ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την πεποίθηση
Μερικές φορές ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει συνειδητά κάποια πεποίθηση που να εξηγεί την αντίδρασή του. Μπορεί, για παράδειγμα, να θεωρεί ότι η αξία του δεν εξαρτάται από τη γνώμη των άλλων, αλλά η κριτική τους να τον αναστατώνει έντονα.
Μπορούμε τότε να διερευνήσουμε τι ενδέχεται να πιστεύει ένα μέρος του εαυτού του, το υποσυνείδητο ή το εσωτερικό του παιδί:
- «Τι θα μπορούσε να φοβάται ένα μικρό κομμάτι του εαυτού σου εδώ;»
- «Τι θα μπορούσες να πιστεύεις υποσυνείδητα και να νιώθεις έτσι;»
- «Αν ήσουν παιδί σε αυτή την κατάσταση, τι θα ένιωθες και τι θα σκεφτόσουν;»
- «Αν έβλεπες κάποιον άλλο να αντιδρά έτσι, τι θα υπέθετες ότι πιστεύει;»
Αυτές οι ερωτήσεις δημιουργούν κάποια απόσταση και διευκολύνουν την παρατήρηση. Ο άνθρωπος μπορεί να εξετάσει μια ευάλωτη πλευρά του χωρίς να αισθάνεται ότι αυτή καθορίζει ολόκληρη την ταυτότητά του.
Εξετάζουμε ακόμη αν πιστεύει κάτι πάντοτε ή αν υπάρχουν στιγμές που το αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Έτσι διακρίνουμε την προσωπική πεποίθηση από αυτό που έχει εκληφθεί ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια.
9 Παιδικά βιώματα και παιδικά συμπεράσματα
Οι πεποιθήσεις μπορεί να συνδέονται με συμπεράσματα που σχηματίστηκαν στην παιδική ηλικία. Το παιδί μπορεί να αποδώσει στον εαυτό του ευθύνη για καταστάσεις που δεν ελέγχει, όπως οι συγκρούσεις των γονιών, ο αποχωρισμός, η ασθένεια ή η απώλεια.
Μπορεί έτσι να σχηματίσει συμπεράσματα όπως:
- «Εγώ φταίω».
- «Δεν αξίζω».
- «Δεν με αγαπούν».
- «Θα με εγκαταλείψουν».
Στη διερεύνηση μπορούμε να ρωτήσουμε αν θυμάται άλλες καταστάσεις στις οποίες ένιωσε παρόμοια ή ποιες αντιλήψεις υπήρχαν στην οικογένειά του γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.
Προχωράμε σταδιακά και χωρίς πίεση για ανάκληση αναμνήσεων. Σεβόμαστε την ετοιμότητα του ανθρώπου και εργαζόμαστε με όσα εμφανίζονται φυσικά. Η βαθύτερη επεξεργασία χρειάζεται κατάλληλη προετοιμασία και μέσα διαχείρισης όσων αναδύονται.
10 Συμπεράσματα αποφάσεις και εφαρμογή
Συνοψίζουμε όσα αναγνωρίστηκαν μαζί με τον άνθρωπο και διερευνούμε:
- Τι κατανοεί τώρα για τον μηχανισμό του.
- Αν επιθυμεί κάποια αλλαγή και για ποιον λόγο.
- Ποιες πεποιθήσεις θέλει να επανεξετάσει.
- Ποιες νέες αντιλήψεις θέλει να καλλιεργήσει.
- Ποιο μπορεί να είναι το προσωπικό του μάθημα μέσα σε αυτή την κατάσταση.
Δεν χρειάζεται να φτάσουμε βιαστικά σε τελικό συμπέρασμα. Μπορούμε να αφήσουμε ερωτήματα όπως: «Γιατί είναι τόσο σημαντικό για εμένα;», «Τι πιστεύω και νιώθω έτσι;» ή «Τι χρειάζεται να κατανοήσω εδώ;».
Όταν υπάρχει απόφαση για αλλαγή, τη συνδέουμε με συγκεκριμένες ενέργειες. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν προσωπική ανάλυση, γραπτές επιβεβαιώσεις, θετική προβολή, αναπνοές, μια συζήτηση ή άλλες εσωτερικές και εξωτερικές πράξεις.
Ο άνθρωπος επιλέγει τι θέλει και τι είναι διατεθειμένος να εφαρμόσει. Ο συντονιστής τον στηρίζει στη διερεύνηση και στην οργάνωση των επιλογών του.
11 Αναθεώρηση
Στην επόμενη συνάντηση εξετάζουμε τι έγινε στην πράξη:
- Τι εφαρμόστηκε και τι βοήθησε.
- Ποιες δυσκολίες εμφανίστηκαν.
- Τι εμπόδισε την εφαρμογή.
- Τι χρειάζεται να προσαρμοστεί στον διαθέσιμο χρόνο, στη διάθεση και στις δυνατότητες του ανθρώπου.
Δεν μαλώνουμε τον άνθρωπο αν δεν έχει κάνει τίποτα. Διερευνούμε τι συνέβη και τι θέλει να κάνει από εδώ και πέρα, αν υπάρχουν εμπόδια ή ψυχολογική αντιστροφή ,χωρίς επίκριση.
Η ευθύνη των αποφάσεων και της εφαρμογής τους παραμένει δική του!
12 Η παγίδα του δεν έχω τίποτα να δουλέψω
Η εμπειρία και η γνώση δεν καταργούν την ανάγκη προσωπικής εργασίας. Μια σημαντική παγίδα για τον συντονιστή είναι να θεωρεί ότι έχει λύσει τα πάντα και να προστατεύει αυτή την εικόνα.
Ακόμη και μια μικρή ενόχληση μπορεί να αποτελέσει αφορμή αυτογνωσίας. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε ένα έντονο πρόβλημα για να παρατηρήσουμε τις πεποιθήσεις και τις αντιδράσεις μας.
Παραμένουμε πρόθυμοι να δεχόμαστε ερωτήσεις, να αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες μας και να περνάμε ξανά από τη διαδικασία της ανάλυσης. Η προσωπική εργασία αποτελεί σταθερό μέρος του ρόλου μας ως συντονιστών.
( Σ Γ.Μ )