3ο μάθημα συντονιστών αυτογνωσίας

Τα τέσσερα συστήματα πεποιθήσεων

Ξεκινάμε υπενθυμίζοντας τα τέσσερα συστήματα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις εμπειρίες μας και δημιουργούνται τα συναισθήματά μας:

  1. Οι συναισθηματικά φορτισμένες εντυπώσεις. Δεν είναι ακριβώς πεποιθήσεις, αλλά καταγραφές από τραυματικές εμπειρίες που ενεργοποιούν αυτόματες αντιδράσεις, όπως φόβο, πανικό ή αίσθηση κινδύνου, χωρίς να προηγείται συνειδητή σκέψη.
  2. Τα λανθασμένα παιδικά συμπεράσματα. Είναι συμπεράσματα που σχηματίσαμε στην παιδική ηλικία, ερμηνεύοντας τις εμπειρίες μας με περιορισμένη κατανόηση. Αφορούν συχνά την αξία, την ασφάλεια και την ικανότητά μας και εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τις σημερινές καταστάσεις.
  3. Το λογικό εξελισσόμενο σύστημα πεποιθήσεων. Μέσα από τη λογική επεξεργασία και την εμπειρία αναθεωρούμε παλαιότερα συμπεράσματα και αναγνωρίζουμε πιο αντικειμενικά την αξία, την ασφάλεια και τις δυνατότητές μας.
  4. Η πίστη ή η πνευματική διαίσθηση. Είναι η βαθύτερη εσωτερική εμπιστοσύνη και πνευματική κατανόηση, μέσα από την οποία μπορούμε να προσεγγίζουμε διαφορετικά τον εαυτό μας, τους άλλους και τη ζωή.

Η εργασία μας με τον εαυτό μας και με τους άλλους είναι να απελευθερωνόμαστε από την κυριαρχία των δύο πρώτων συστημάτων, τα οποία περιορίζουν την αντικειμενική αντίληψη της πραγματικότητας, και να λειτουργούμε περισσότερο μέσα από το λογικό εξελισσόμενο σύστημα και την πίστη μας.

Όταν βοηθάμε κάποιον να αναλύσει μια εμπειρία, χρειάζεται να τον βοηθάμε να αναγνωρίσει όλες τις πεποιθήσεις που φαίνεται να συμμετέχουν στη δημιουργία των συναισθημάτων του.

Βασικές διευκρινίσεις για τη διερεύνηση

1. Μία πεποίθηση μπορεί να δημιουργεί περισσότερα από ένα συναισθήματα.

Η ίδια πεποίθηση μπορεί να συνδέεται, για παράδειγμα, τόσο με φόβο όσο και με θυμό ή στενοχώρια.

2. Ένα συναίσθημα μπορεί να δημιουργείται από πολλές πεποιθήσεις.

Δεν σταματάμε απαραίτητα στην πρώτη πεποίθηση που αναγνωρίζουμε. Ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερες, οι οποίες ενισχύουν ή συντηρούν το ίδιο συναίσθημα.

3. Για κάθε συναίσθημα αναζητούμε τις πεποιθήσεις που το δημιουργούν.

Χρειάζεται να καταλάβουμε τι πιστεύει ο άνθρωπος για το γεγονός, τον εαυτό του ή τον άλλον, ώστε να νιώθει με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο.

4. Ο άνθρωπος επιλέγει με ποια συναισθήματα θέλει να εργαστεί πρώτα.

Όταν ένα ερέθισμα προκαλεί ποικιλία συναισθημάτων, ζητάμε να επιλέξει ποια τον απασχολούν περισσότερο και από ποια θέλει να απελευθερωθεί.

5. Διαφορετικά συναισθήματα μπορεί να συνδέονται με διαφορετικές πεποιθήσεις.

Δεν θεωρούμε δεδομένο ότι οι πεποιθήσεις που δημιουργούν τον φόβο είναι οι ίδιες με εκείνες που δημιουργούν τον θυμό, την ενοχή ή το αίσθημα αδικίας.

6. Υπάρχουν πρωτογενή και δευτερογενή συναισθήματα.

Τα δευτερογενή συναισθήματα εμφανίζονται επειδή έχουμε ήδη κάποιο άλλο συναίσθημα. Μπορεί, για παράδειγμα, να θυμώνουμε για μια κατάσταση και στη συνέχεια να νιώθουμε ενοχή επειδή θυμώσαμε. Ή να φοβόμαστε και μετά να θυμώνουμε με τον εαυτό μας επειδή φοβάται.

Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε αυτές τις δύο εμπειρίες και να ρωτάμε:

«Θέλεις να δουλέψουμε με τον θυμό σου για αυτό που συνέβη ή με την ενοχή που νιώθεις επειδή έχεις θυμό;».

7. Η ενεργητική ακρόαση είναι μια διαδικασία με πολλά σταυροδρόμια.

Σε κάθε στιγμή μπορεί να εμφανίζονται πέντε ή έξι πιθανές κατευθύνσεις: διαφορετικά συναισθήματα, διαφορετικές όψεις του ίδιου συναισθήματος ή διαφορετικές πεποιθήσεις.

Με την εμπειρία και τη διαίσθησή μας μαθαίνουμε να επιλέγουμε την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουμε. Χρειάζεται, όμως, να θυμόμαστε από πού ξεκινήσαμε και ποιες επιλογές αφήσαμε ανοιχτές. Ίσως μετά από πέντε ή έξι ερωτήσεις χρειαστεί να επιστρέψουμε σε προηγούμενο σταυροδρόμι και να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο.

8. Χρειαζόμαστε έναν νου που συγκρατεί την κατάσταση σε εύρος και σε βάθος.

Παρακολουθούμε τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια χωρίς να χάνουμε τη συνολική εικόνα. Η καλή μνήμη, η εμπειρία και η διαίσθηση μας βοηθούν να συγκρατούμε την πορεία και τις πιθανότητες που δεν έχουμε ακόμη διερευνήσει.

9. Προσέχουμε τις παρεμβάσεις των άλλων μελών της ομάδας.

Οι ερωτήσεις των μελών μπορεί να ενισχύσουν την ενότητα της ομάδας και να ανοίξουν μια χρήσιμη κατεύθυνση. Υπάρχει, όμως, και ο κίνδυνος να χαθούμε μέσα στις πολλές ερωτήσεις και προτάσεις.

Δική μας εργασία είναι να θυμόμαστε διαρκώς πού βρίσκεται η διαδικασία και ποιες δυνατότητες διερεύνησης παραμένουν ανοιχτές.

10. Εστιάζουμε στις πεποιθήσεις . Μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις αντιδράσεις ως κλειδιά κατανόησης.

Στην Αρμονική Ζωή ο στόχος μας είναι να εντοπίσουμε τις πεποιθήσεις που δημιουργούν τα αρνητικά συναισθήματα και να αλλάξουμε αυτές. Δεν προσπαθούμε απλώς να αλλάξουμε τις αντιδράσεις στα ερεθίσματα, χωρίς να έχουν αλλάξει οι πεποιθήσεις και τα συναισθήματα που τις προκαλούν.

Αν μεταβάλουμε μόνο την εξωτερική συμπεριφορά, ενώ μέσα μας παραμένουν οι ίδιες πεποιθήσεις και τα ίδια συναισθήματα, μπορεί να καταλήξουμε σε αυτοκαταπίεση. Το να μη φωνάζουμε ενώ εσωτερικά εξακολουθούμε να βράζουμε δεν αποτελεί από μόνο του ουσιαστική αλλαγή. Η καταπίεση αυτή μπορεί να επιβαρύνει και τη σωματική μας κατάσταση.

Ωστόσο, η αντίδραση περιέχει συχνά σημαντικά κλειδιά προς τα συναισθήματα και τις πεποιθήσεις. Ένας άνθρωπος μπορεί να αντιδρά έντονα χωρίς να αναγνωρίζει το συναίσθημα ή το ερέθισμα που τον οδηγεί σε αυτή την αντίδραση. Σε αυτή την περίπτωση αξίζει να ασχοληθούμε με την αντίδραση αυτή καθαυτή, ώστε μέσα από τη διερεύνησή της να φτάσουμε στο συναίσθημα και στις πεποιθήσεις που βρίσκονται πίσω της.

Στην περίπτωση που ο άνθρωπος αρνείται να δει τα συναισθηματα του, θα μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε ρωτώντας τον:

«Αν έβλεπες κάποιον άλλον να αντιδρά με αυτόν τον τρόπο, τι θα φανταζόσουν ότι νιώθει;».

Έτσι τον βοηθάμε να παρατηρήσει την αντίδρασή του από κάποια απόσταση και να οδηγηθεί ο ίδιος σε μια αναγνώριση.

Οι πιθανές αντιδράσεις

Οι αντιδράσεις που μπορεί να εμφανιστούν περιλαμβάνουν:

  • Απομάκρυνση ή αποφυγή: προσπάθεια αυτοπροστασίας χωρίς εσωτερική επίλυση.
  • Επίθεση: προσπάθεια εξασφάλισης προστασίας ή ασφάλειας μέσω επιθετικής στάσης.
  • Άρνηση: μη αναγνώριση ενός προβλήματος ή των σχετικών συναισθημάτων. Η άρνηση της ύπαρξης του προβλήματος είναι συνηθισμένη σε ανθρώπους με εξάρτηση, όπως από ναρκωτικά ή αλκοόλ.
  • Προσπάθεια επικοινωνίας: μέσω «εγώ μηνυμάτων» και ενεργητικής ακρόασης ή μέσω κριτικής, κατηγορίας, παραπόνων και γκρίνιας.
  • Διακοπή επικοινωνίας: σιωπή, μούτρα και διατήρηση απόστασης.
  • Σαρκασμός: μπορεί να περιλαμβάνει συναισθηματικό υλικό πίσω από την επίφαση του αστείου.
  • Επαναλαμβανόμενα παράπονα και απόμακρη στάση.
  • Αυτογνωσία: αναζήτηση εσωτερικών αιτιών και λύσεων.

Μέσα σε κάθε άνθρωπο μπορεί να υπάρχει ποικιλία πιθανών αντιδράσεων.

Η συνειδητή δοκιμή μιας διαφορετικής αντίδρασης

Παρότι επιδιώκουμε η αλλαγή της συμπεριφοράς να προκύπτει από εσωτερική αλλαγή, υπάρχουν περιπτώσεις όπου βοηθά να δοκιμάσουμε συνειδητά μια διαφορετική εξωτερική στάση.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε:

«Αν ένιωθα πραγματικά ασφαλής μέσα μου, πώς θα συμπεριφερόμουν;»

«Αν βίωνα την αξία μου, πώς θα αντιμετώπιζα αυτή την κατάσταση;»

«Τι σημαίνει να συμπεριφέρομαι με συγχώρεση, αγάπη, ευγένεια και καλοσύνη;».

Δοκιμάζοντας αυτή τη συμπεριφορά, ερχόμαστε σε επαφή και με τις αντιστάσεις μας. Παρατηρούμε τι μας δυσκολεύει και φέρνουμε ξανά στον νου τη νέα πεποίθηση και το συναίσθημα με το οποίο θέλουμε να συντονιστούμε.

Έχει αξία να επιλέγουμε μια συμπεριφορά αγάπης ή καλοσύνης ακόμη κι όταν δεν τη νιώθουμε πλήρως, εφόσον το κάνουμε ως συνειδητή άσκηση. Χρειάζεται να αναγνωρίζουμε όσα πραγματικά αισθανόμαστε, ώστε η προσπάθεια να μη γίνει κάλυψη ή καταπίεσή τους.

Εσωτερική εργασία και εξωτερική αλλαγή

Η εσωτερική εργασία χρειάζεται πάντα. Η εξωτερική αλλαγή μπορεί να χρειάζεται επιπλέον.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου βοηθάμε τον άνθρωπο να απελευθερωθεί από πεποιθήσεις και συναισθήματα που τον εμποδίζουν να είναι καλά με τις παρούσες συνθήκες. Σε άλλες περιπτώσεις χρειάζεται συγχρόνως να γίνει πιο δραστήριος: να επικοινωνήσει, να θέσει όρια, να διεκδικήσει και να συμμετέχει πιο ενεργά στη διαμόρφωση της πραγματικότητάς του.

Η εργασία μας δεν περιορίζεται στην αναζήτηση μιας πρακτικής εξωτερικής λύσης. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δυσκολεύεται να διεκδικήσει καλύτερη αμοιβή, δεν αρκεί να του πούμε να μιλήσει στον εργοδότη του. Αναζητούμε τις πεποιθήσεις που τον εμποδίζουν να αναγνωρίσει την αξία του, να νιώσει αυτοπεποίθηση και να διαπραγματευτεί.

Χρειάζεται, επομένως, μια διπλή προσοχή:

  • Ποιες πεποιθήσεις χρειάζεται να αλλάξουμε για να μπορούμε να είμαστε καλά ανεξάρτητα από όσα συμβαίνουν;
  • Ποιες πεποιθήσεις χρειάζεται να αλλάξουμε για να δρούμε πιο αποτελεσματικά προς αυτό που θέλουμε;

Μπορούμε να εργαζόμαστε προς την εξωτερική αλλαγή και συγχρόνως να καλλιεργούμε την εσωτερική μας ισορροπία. Η ευτυχία μας δεν χρειάζεται να αναβάλλεται μέχρι να αλλάξουν όλα όσα μας δυσκολεύουν.

Δημιουργία και ανάλυση της συναισθηματικής εμπειρίας

Η δημιουργία της συναισθηματικής εμπειρίας ακολουθεί την πορεία:

Ερέθισμα → Πεποιθήσεις → Συναισθήματα → Αντιδράσεις

Η ανάλυση ακολουθεί διαφορετική διαδρομή. Συνήθως ξεκινάμε από το ερέθισμα ή από το συναίσθημα και αναζητούμε τις πεποιθήσεις που τα συνδέουν.

Κάποιος μπορεί να πει: «Νιώθω στενοχώρια, αλλά δεν ξέρω γιατί». Τότε έχουμε ένα αναγνωρισμένο συναίσθημα χωρίς σαφές ερέθισμα. Τον βοηθάμε να έρθει σε επαφή με το βίωμά του και να αναγνωρίσει με τι συνδέεται στη ζωή του.

Μια άσκηση είναι να συμπληρώνει επανειλημμένα, περίπου είκοσι φορές, μια φράση όπως:

«Νιώθω στενοχώρια επειδή…».

Αφήνουμε τον ίδιο να ολοκληρώνει τη φράση και παρατηρούμε τι αναδύεται.

Συχνότερα, ο άνθρωπος φέρνει μια κατάσταση που τον ενοχλεί, αλλά δεν έχει διευκρινίσει πλήρως ούτε το ερέθισμα ούτε τα συναισθήματά του. Αφού τα αναγνωρίσουμε, αναζητούμε τις πεποιθήσεις που εξηγούν κάθε συναίσθημα.

Οι διαφορετικές όψεις του ερεθίσματος

Το ίδιο περιστατικό μπορεί να περιλαμβάνει πολλές όψεις:

  • Τι ακριβώς ειπώθηκε ή έγινε.
  • Το ύφος, ο τόνος και ο τρόπος.
  • Το περιβάλλον και η χρονική στιγμή.
  • Ποιοι άλλοι ήταν παρόντες.
  • Προσωπικά ή παιδικά βιώματα που ενεργοποιήθηκαν.

Μπορεί να συμφωνούμε με το περιεχόμενο μιας παρατήρησης, αλλά να μας ενοχλεί ο τρόπος με τον οποίο ειπώθηκε. Ή να μπορούμε να την ακούσουμε ιδιωτικά, αλλά να δυσκολευόμαστε όταν γίνεται μπροστά σε άλλους.

Χρειάζεται να συγκεκριμενοποιούμε ποια ακριβώς όψη μας επηρεάζει. Αυτή η ακρίβεια είναι σημαντική τόσο στην ανάλυση όσο και στις άλλες τεχνικές εργασίας με τις πεποιθήσεις.

Τα βασικά σημεία της ενεργητικής ακρόασης

1. Να ενδιαφερόμαστε πραγματικά

Το ενδιαφέρον χρειάζεται να το νιώθουμε. Στρέφουμε την προσοχή μας στον άνθρωπο, τον κοιτάμε και παραμένουμε παρόντες, χωρίς να αποσπόμαστε από το κινητό, τις σημειώσεις ή όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Αν θεωρούμε το πρόβλημά του ασήμαντο ή βαριόμαστε, αυτό γίνεται αντιληπτό. Για εκείνον μπορεί να είναι πολύ σημαντικό, ακόμη κι αν εμείς δεν θα αντιδρούσαμε με τον ίδιο τρόπο.

2. Να είμαστε ελεύθεροι από προκαταλήψεις και γνώμες

Ακούμε με σκοπό να καταλάβουμε. Ακόμη και αν ο άνθρωπος αποκαλύψει κάτι που μας σοκάρει, όπως χρήση ναρκωτικών ή μια σοβαρή πράξη βίας, χρειάζεται να αναγνωρίζουμε την προσωπική μας κρίση και να μην τη μετατρέπουμε σε κατηγορία κατά τη διερεύνηση.

Θέλουμε να κατανοήσουμε τι συνέβη, τι ένιωσε, τι πίστευε και τι τον οδήγησε στη συγκεκριμένη συμπεριφορά.

3. Να αναγνωρίζουμε τους δικούς μας φόβους και μπλοκαρίσματα

Η ιστορία του άλλου μπορεί να αγγίζει δικά μας βιώματα ή φόβους: απιστία, ασθένεια, εξάρτηση ενός παιδιού ή άλλα ζητήματα για τα οποία έχουμε ισχυρές προκαταλήψεις.

Χρειάζεται να εργαζόμαστε με αυτά, ώστε να μπορούμε να παραμένουμε αντικειμενικοί. Αν δεν μπορούμε, παραπέμπουμε τον άνθρωπο σε άλλον συντονιστή που μπορεί να τον ακούσει χωρίς την ίδια προσωπική εμπλοκή.

Συχνά συναντάμε ανθρώπους που εργάζονται πάνω σε θέματα παρόμοια με τα δικά μας. Η διαδικασία μπορεί να βοηθά και τη δική μας κατανόηση. Ωστόσο, η λύση που βρήκαμε εμείς δεν αποτελεί απαραίτητα λύση για τον άλλον.

Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να απαιτεί διαφορετική πορεία για κάθε άνθρωπο. Δεν γνωρίζουμε προκαταβολικά αν χρειάζεται να μείνει ή να φύγει, να μιλήσει ή να σιωπήσει.

Η ταύτιση περιορίζει την αντικειμενικότητά μας, δυσκολεύει τις ερωτήσεις και μας επιβαρύνει συναισθηματικά. Στην πνευματική μας προσέγγιση διατηρούμε την επίγνωση ότι η εμπειρία μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία εξέλιξης, χωρίς να θεωρούμε ότι γνωρίζουμε ποια πρέπει να είναι η επιλογή του.

4. Να αποφεύγουμε την παρόρμηση να συμβουλεύουμε ή να διδάσκουμε

Η τάση να δίνουμε συμβουλές ενισχύεται επειδή:

  • Αντλούμε αξία από τον ρόλο του σωτήρα, του δασκάλου ή του γονιού.
  • Πιστεύουμε ότι ο άλλος δεν μπορεί να βρει τις δικές του απαντήσεις.
  • Έχουμε συνηθίσει να συμβουλεύουμε.
  • Ο ίδιος ζητά έτοιμες απαντήσεις, αποφεύγοντας την ευθύνη της επιλογής.

Χρειάζεται επίσης να προσέχουμε να μη μετατρέπουμε την ενεργητική ακρόαση σε διδασκαλία, ακόμη κι αν έχουμε ένα ολόκληρο σύστημα γνώσεων πίσω από την εργασία μας.

Όταν κάποιος άλλος οδηγεί σε μια άγνωστη πόλη, μπορεί να φτάσουμε στον προορισμό χωρίς να έχουμε μάθει τη διαδρομή. Αντίστοιχα, όταν δίνουμε συνεχώς λύσεις, «οδηγούμε» εμείς. Με τις ερωτήσεις βοηθάμε τον ίδιο να ανακαλύψει τον δρόμο του.

Μπορούμε να προτείνουμε κατάλληλες ασκήσεις, αναπνοές, τεχνικές, αναγνώσματα και πρακτικές φροντίδας. Αποφεύγουμε, όμως, να αποφασίζουμε για κινήσεις ζωής, όπως αν θα μείνει σε μια σχέση ή εργασία, αν θα φύγει ή τι ακριβώς θα πει.

5. Να κατανοούμε τους μηχανισμούς του νου

Πίσω από κάθε συναίσθημα και αντίδραση αναζητούμε μια ανάγκη που μπορεί να έχει εξελιχθεί σε προσκόλληση.

Ρωτάμε:

«Τι προστατεύεις;»

«Τι αναζητάς;»

«Τι χρειάζεσαι;»

«Τι νιώθεις ότι σου λείπει;».

Διερευνούμε αν ο άνθρωπος προσπαθεί να εξασφαλίσει αξία, ασφάλεια, ελευθερία, απόλαυση, νόημα ή δικαιοσύνη. Προσπαθούμε να αναγνωρίσουμε την προσκόλληση που συμμετέχει στη συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση.

Η ίδια οπτική μάς βοηθά να κατανοούμε και τις συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων της ιστορίας: αναζητούμε ποιες ανάγκες μπορεί να τους κινητοποιούν, χωρίς να θεωρούμε δεδομένες τις προθέσεις τους.

6. Να μπορούμε να αφήνουμε τον άνθρωπο με μια ερώτηση

Δεν χρειάζεται κάθε συνάντηση να καταλήγει σε ολοκληρωμένη ανάλυση ή απάντηση. Μια ουσιαστική ερώτηση μπορεί να συνεχίσει να ενεργοποιεί την αυτοπαρατήρηση μέσα στην εβδομάδα:

  • «Γιατί αναστατώνομαι τόσο από αυτό το ερέθισμα;»
  • «Πώς μπορώ να είμαι καλά ακόμη κι όταν συμβαίνει αυτό;»
  • «Ποια πεποίθηση συνδέει το ερέθισμα με το συναίσθημά μου;»
  • «Τι έχω βιώσει στο παρελθόν που με κάνει να έχω αυτή την ευαισθησία;».

Μπορούμε να αναζητούμε τόσο την αιτία της δυσφορίας όσο και έναν διαφορετικό τρόπο να βιώνουμε την κατάσταση.

Δεν φοβόμαστε να πούμε «δεν ξέρω, θα το ερευνήσω, θα ρωτήσω, θα το σκεφτώ». Η αυτογνωσία είναι συνεχής διαδικασία αυτοανακάλυψης.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην ομάδα, όπου ο χρόνος για κάθε άνθρωπο είναι περιορισμένος. Μπορούμε να ολοκληρώσουμε αφήνοντας μια συγκεκριμένη κατεύθυνση προσωπικής έρευνας.

7. Να αποφεύγουμε τη δημιουργία εξάρτησης

Οι συνεχείς απαντήσεις και συμβουλές μπορεί να οδηγήσουν τον άνθρωπο να εξαρτάται από εμάς για κάθε απόφαση. Αρχίζουν τα επαναλαμβανόμενα τηλεφωνήματα και αποδυναμώνεται η εμπιστοσύνη στη δική του κρίση, αυτοεκτίμηση και εσωτερική φωνή.

Παράλληλα, μπορεί κι εμείς να αρχίσουμε να χρειαζόμαστε να μας χρειάζεται. Έτσι δημιουργείται αλληλεξάρτηση.

Προσέχουμε αν θυμώνουμε επειδή δεν ακολουθεί όσα προτείνουμε, αν απογοητευόμαστε προσωπικά από την πορεία του ή αν ενοχλούμαστε επειδή βοηθήθηκε περισσότερο από κάποιον άλλον. Αυτά δείχνουν ότι έχουμε συνδέσει τη δική μας αξία με το αποτέλεσμά του.

8. Να θυμόμαστε ότι είμαστε αγωγοί

Ο ρόλος μας είναι να υποστηρίζουμε, να ρωτάμε και να διευκολύνουμε τη διερεύνηση. Δεν ιδιοποιούμαστε την επιτυχία του άλλου ούτε ταυτιζόμαστε με τη δυσκολία του ως προσωπική αποτυχία.

Η πορεία, οι επιλογές και η εφαρμογή όσων ανακαλύπτει παραμένουν δικές του. Εμείς φροντίζουμε την ποιότητα της παρουσίας και της βοήθειάς μας, χωρίς να προσκολλόμαστε σε ένα αποτέλεσμα που απαιτούμε να έχει.

Η ατμόσφαιρα κατά την επικοινωνία

1. Στρέφουμε το σώμα μας προς τον άνθρωπο

Η στάση μας δείχνει προσοχή και διαθεσιμότητα. Στην ομάδα χρειάζεται να στρεφόμαστε προς εκείνον που μιλά, φροντίζοντας συγχρόνως να μη γυρίζουμε την πλάτη στους υπόλοιπους.

2. Καλλιεργούμε εσωτερικά αγάπη και θετική πρόθεση

Καθώς ακούμε, μπορούμε να στέλνουμε νοερά αγάπη και φως, όπως περιγράφεται στην «Ουράνια Προφητεία». Καλλιεργούμε ευχές, αποδοχή και εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του άλλου.

Αυτή η εσωτερική στάση συνοδεύει την ακρόασή μας και την πρόθεση να τον βοηθήσουμε να έρθει σε επαφή με τις απαντήσεις που αναζητά.

3. Διατηρούμε άνετη οπτική επαφή

Κοιτάμε τον άνθρωπο όταν τον ακούμε και όταν του μιλάμε. Χρειάζεται να νιώθουμε κι εμείς άνετα με αυτή την επαφή και να είμαστε παρόντες.

4. Επιβεβαιώνουμε ότι ακούμε και ελέγχουμε την κατανόησή μας

Ένα νεύμα, μια σύντομη ανταπόκριση ή μια αναδιατύπωση βοηθούν τον άλλον να νιώθει ότι τον παρακολουθούμε:

«Ναι, σε καταλαβαίνω».

«Αυτό φαίνεται ότι ήταν πολύ σημαντικό για σένα».

«Να σταματήσουμε λίγο, για να δω αν κατάλαβα σωστά: συνέβη αυτό και ένιωσες έτσι;».

Δεν φοβόμαστε να ξαναρωτήσουμε. Μια φράση μπορεί να έχει διαφορετικές σημασίες και χρειάζεται να βεβαιωνόμαστε τι ακριβώς εννοεί.

Ξεχωρίζουμε δύο είδη ερωτήσεων:

  • Εκείνες που διευκρινίζουν την αφήγηση και επιβεβαιώνουν ότι ακούμε.
  • Εκείνες που οδηγούν βαθύτερα στην αναγνώριση συναισθημάτων, πεποιθήσεων και αναγκών.

5. Διατηρούμε εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του άλλου

Καλλιεργούμε μέσα μας τη στάση:

«Έχω εμπιστοσύνη ότι οι απαντήσεις και οι λύσεις βρίσκονται μέσα σου και ότι διαθέτεις τη δύναμη να τις εφαρμόσεις».

Χρειάζεται να το νιώθουμε, πέρα από το να το λέμε.

Συγχρόνως διατηρούμε μια διπλή αντίληψη: αναγνωρίζουμε πόσο οδυνηρή είναι η εμπειρία του και, μέσα στην πνευματική μας οπτική, βλέπουμε έναν άνθρωπο με βαθύτερες δυνατότητες, που μπορεί να αξιοποιήσει την εμπειρία για την εξέλιξή του.

Δεν μειώνουμε τον πόνο του επειδή εμάς μπορεί να μη μας φαίνεται τόσο σημαντικός. Ούτε παρασυρόμαστε τόσο ώστε να χάνουμε τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη μας.

Είναι σαν να βλέπουμε κάποιον να πνίγεται στη θάλασσα. Αν πέσουμε χωρίς στήριγμα, μπορεί να παρασυρθούμε μαζί του. Αν μείνουμε στη στεριά αμέτοχοι, δεν τον προσεγγίζουμε. Χρειάζεται να μπούμε κοντά του κρατώντας ένα σκοινί συνδεδεμένο με σταθερό σημείο.

Το σκοινί συμβολίζει την πνευματική μας επίγνωση και την εμπιστοσύνη στην εσωτερική του δύναμη. Ερχόμαστε σε συναισθηματική επαφή διατηρώντας αυτό το στήριγμα.

6. Μοιραζόμαστε προσωπικά βιώματα με διάκριση

Ένα σύντομο προσωπικό μοίρασμα μπορεί να βοηθήσει τους άλλους να ανοιχτούν. Δείχνει ότι κι εμείς συνεχίζουμε να εργαζόμαστε με τον εαυτό μας και δεν βρισκόμαστε έξω από τις ανθρώπινες δυσκολίες.

Χρειάζεται, όμως, να αφήνουμε χρόνο στους άλλους, να μην αλλάζουμε το επίκεντρο της συνάντησης και να μη μεταφέρουμε το μήνυμα ότι η δική μας λύση πρέπει να γίνει και δική τους.

Η αποδοχή και η ποιότητα των ερωτήσεων

Όλη η διαδικασία χρειάζεται να γίνεται σε ατμόσφαιρα αγάπης και αποδοχής. Ο άνθρωπος πρέπει να νιώθει ότι μπορεί να μοιραστεί ακόμη και όσα δυσκολεύεται περισσότερο να εκφράσει, χωρίς να χάσει την αποδοχή μας.

Η ουσία της ενεργητικής ακρόασης είναι οι κατάλληλες ερωτήσεις που οδηγούν σε όλο και βαθύτερη κατανόηση του μηχανισμού που δημιουργεί το πρόβλημα.

Ο τόνος έχει μεγάλη σημασία. Η ίδια ερώτηση μπορεί να ακουστεί ως ενδιαφέρον ή ως ανάκριση. Ρωτάμε με την ανοιχτή περιέργεια ενός παιδιού που δεν γνωρίζει και θέλει να καταλάβει.

Χρειάζεται να υπάρχει ενδιαφέρον για την ανακάλυψη της λειτουργίας του ανθρώπινου νου: πώς συνδέονται οι εμπειρίες, οι πεποιθήσεις και τα συναισθήματα. Ένα ευαίσθητο «παιχνίδι» αναζήτησης της αιτίας, με σεβασμό στον πόνο και διάθεση να ανακαλύψουμε την αλήθεια.

Ξεκινάμε διευκρινίζοντας το ερέθισμα και τα συναισθήματα. Αν υπάρχουν πολλές όψεις, βοηθάμε τον άνθρωπο να επιλέξει ποια θέλει να διερευνήσει.

Επιμέρους επισημάνσεις για την ενεργητική ακρόαση

Ξεχωρίζουμε το πραγματικό ερέθισμα από την ερμηνεία

Συχνά ο άνθρωπος παρουσιάζει την ερμηνεία του σαν να είναι το ίδιο το γεγονός.

«Δεν με αγαπάει», «δεν με σέβεται», «με απορρίπτει», «θέλει να με καταπιέζει» είναι συμπεράσματα για τη συμπεριφορά και τις προθέσεις του άλλου.

Το πραγματικό ερέθισμα περιγράφεται συγκεκριμένα: τι είπε, τι έκανε ή τι δεν έκανε.

Για παράδειγμα:

«Το παιδί μου δεν με αγαπάει».

«Τι ακριβώς κάνει το παιδί σου;»

«Δεν επιλέγει να γίνει γιατρός, όπως θα ήθελα».

Η επαγγελματική επιλογή είναι το γεγονός. Η απουσία αγάπης είναι η ερμηνεία που συνδέθηκε με αυτό.

Χρειάζεται να κάνουμε αυτή τη διάκριση, επειδή για τον ίδιο τον άνθρωπο η ερμηνεία συχνά μοιάζει αυτονόητη και δεδομένη.

Μπορούμε να εργαστούμε και με τις δύο κατευθύνσεις

Μπορούμε να εξετάσουμε την πραγματική συμπεριφορά και τις πεποιθήσεις μέσα από τις οποίες ερμηνεύεται. Μπορούμε επίσης να χρησιμοποιήσουμε προσωρινά το συμπέρασμα ως υποθετικό ερέθισμα:

«Ας υποθέσουμε ότι δεν σε αγαπάει. Τι σημαίνει αυτό για σένα; Τι συναισθήματα δημιουργούνται και ποιες πεποιθήσεις τα προκαλούν;».

Έτσι διερευνούμε πώς θα μπορούσε να είναι καλά ακόμη και αν ίσχυε αυτό που φοβάται. Δεν επιβεβαιώνουμε ότι η ερμηνεία είναι αληθινή.

Η μία κατεύθυνση αφορά την αναθεώρηση της ερμηνείας και η άλλη την απελευθέρωση από την εξάρτηση της εσωτερικής μας κατάστασης από αυτήν. Στην πορεία χρειάζεται να επιστρέφουμε και να εξετάζουμε και τις δύο.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να ορίζει τον στόχο του

Διευκρινίζουμε τι θέλει να αποκομίσει από τη συνάντηση και ζητάμε να το εκφράσει με δικά του λόγια:

«Θέλω να απελευθερωθώ από αυτό το συναίσθημα».

«Θέλω να βρω έναν διαφορετικό τρόπο να αντιμετωπίζω αυτή την κατάσταση».

Ο στόχος μπορεί να μεταβάλλεται καθώς προχωρά η κατανόηση. Αν φαίνεται ασαφής ή λιγότερο ουσιαστικός, κάνουμε ερωτήσεις που βοηθούν στην επανεξέτασή του. Αν ο άνθρωπος παραμένει στην επιλογή του, τη σεβόμαστε και συνεχίζουμε.

Χρήσιμες ερωτήσεις είναι:

  • «Από όλα όσα έχουμε πει, μπορείς να μου πεις ξανά τι θέλεις;»
  • «Τι ακριβώς σε ενοχλεί;»
  • «Πώς θα ήθελες να είναι τα πράγματα;»
  • «Τι θα ήθελες από αυτόν τον άνθρωπο;»
  • «Τι θα ήθελες από τον εαυτό σου;»
  • «Τι θα ήθελες από τη ζωή σου αυτή τη στιγμή;».

Δεν φοβόμαστε να επαναλάβουμε μια ερώτηση. Όσο προχωρά η συζήτηση, ο άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται διαφορετικά αυτό που τον απασχολεί.

Αναζητούμε τι βιώνεται ως απειλή

Διερευνούμε γιατί η συγκεκριμένη κατάσταση δημιουργεί δυσάρεστα συναισθήματα και περιορίζει την ηρεμία, την ευτυχία ή την αγάπη του ανθρώπου.

Τι φοβάται ότι χάνει; Τι αισθάνεται ότι κινδυνεύει; Ποια ανάγκη θεωρεί ότι δεν ικανοποιείται;

Αν η συζήτηση μετακινηθεί από το αρχικό περιστατικό στα συναισθήματα που έχει για τη δική του αντίδραση, το αναγνωρίζουμε και τον ρωτάμε με ποιο από τα δύο θέλει να εργαστεί.

Ερωτήσεις για τη διερεύνηση των συναισθημάτων

Αφού διευκρινίσουμε το ερέθισμα, μπορούμε να προχωρήσουμε στις ακόλουθες ερωτήσεις:

  1. Πώς νιώθεις όταν συμβαίνει αυτό ή όταν δεν συμβαίνει αυτό που θέλεις;
    Η δυσφορία μπορεί να αφορά κάτι ανεπιθύμητο που συμβαίνει ή κάτι επιθυμητό που απουσιάζει.
  2. Έχεις και άλλα συναισθήματα γι’ αυτό;
    Δίνουμε χώρο να αναγνωριστούν περισσότερα συναισθήματα, πέρα από το πρώτο.
  3. Πώς νιώθεις για τον εαυτό σου όταν έχεις αυτά τα συναισθήματα;
    Αναζητούμε τα δευτερογενή συναισθήματα και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί τον εαυτό του.
  4. Σε ποιες άλλες περιπτώσεις νιώθεις παρόμοια;
    Εξετάζουμε αν το ίδιο συναίσθημα εμφανίζεται σε διαφορετικές καταστάσεις.
  5. Πόσο καιρό νιώθεις έτσι;
    Διευκρινίζουμε τη διάρκεια της εμπειρίας.
  6. Πόσο συχνά νιώθεις έτσι;
    Η συχνότητα και η παρουσία του ίδιου συναισθήματος σε διαφορετικά ερεθίσματα μπορεί να βοηθήσουν στην αναγνώριση ενός επαναλαμβανόμενου εσωτερικού μηχανισμού.
  7. Ένιωσες παρόμοια κάποια στιγμή όταν ήσουν παιδί;
    Αναζητούμε πιθανές συνδέσεις με προηγούμενα βιώματα.
  8. Υπήρξαν φορές που συνέβη το ίδιο, αλλά δεν ένιωσες έτσι;
    Αναζητούμε μια πραγματική εμπειρία διαφορετικής ανταπόκρισης, με τον ίδιο ή άλλον άνθρωπο ή σε διαφορετική περίοδο της ζωής.
  9. Ποιες ήταν αυτές οι στιγμές;
    Συγκεκριμενοποιούμε την εμπειρία, ώστε να καταλάβουμε τι συνέβη διαφορετικά.
  10. Τι έλεγες στον εαυτό σου τότε και τι σε βοηθούσε να μη νιώθεις έτσι;
    Αναγνωρίζουμε τις σκέψεις, τις πεποιθήσεις και τις εσωτερικές δυνατότητες που επέτρεψαν μια διαφορετική αντίδραση.

Η αναγνώριση μιας τέτοιας εμπειρίας είναι σημαντική, επειδή ο άνθρωπος ανακαλύπτει μέσα στη δική του ζωή ότι έχει ήδη μπορέσει να λειτουργήσει διαφορετικά απέναντι σε ένα παρόμοιο ερέθισμα.

(Σ. Μ)

Στάλθηκε με το Proton Mail ασφαλές ηλεκτρονικό ταχυδρομείο