Περίληψη πέμπτου μαθήματος συντονιστών

Συνέχεια ενεργητικής ακρόασης — Από τη διερεύνηση στην απόφαση και στην εφαρμογή

Α. Γενικές επισημάνσεις

  • Θυμόμαστε πάντα ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τις απαντήσεις ούτε να πιστεύουμε ότι οφείλουμε να τις γνωρίζουμε. Ο συντονιστής θέτει ερωτήσεις που βοηθούν τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με τις δικές του απαντήσεις. Προσέχει να μην αναλαμβάνει τον ρόλο του δασκάλου, του σωτήρα ή του γονιού.
  • Η διαδικασία στηρίζεται στην αποδοχή, στην αγάπη και στον σεβασμό της ελευθερίας του άλλου.Η επιλογή και η ευθύνη της αλλαγής ανήκουν στο ίδιο το άτομο.

Β. Συνέχεια στα βήματα της ενεργητικής ακρόασης

  1. Ανακεφαλαίωση όσων ανακαλύψαμε

Είμαστε στο σημείο όπου έχουμε ξεκαθαρίσει και προσδιορίσει ποια συναισθήματα και ποιες πεποιθήσεις δημιουργούν το πρόβλημα. Χρειάζεται τώρα να κάνουμε μια περίληψη όσων ανακαλύψαμε.

Η ανακεφαλαίωση αυτή γίνεται μέσα από ερωτήσεις, ώστε τα συμπεράσματα να προκύψουν από το ίδιο το άτομο που αναλύεται, όχι από τον συντονιστή.

Όταν το θέμα δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί

Αν δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί ποια πεποίθηση, εμπειρία ή δυσκολία χρειάζεται διερεύνηση, μπορούμε να προτείνουμε τις παρακάτω εργασίες ανάμεσα στις συναντήσεις:

  • Ημερολόγιο εμπειριών και συναισθημάτων. Το άτομο γράφει τα σημαντικότερα γεγονότα της εβδομάδας, τα ερεθίσματα που το επηρέασαν και τα συναισθήματα που προέκυψαν. Έτσι ενισχύεται ο παρατηρητής: αρχίζει να βλέπει πώς λειτουργούν οι συναισθηματικοί του μηχανισμοί, αντί να ταυτίζεται πλήρως μαζί τους.
  • Δύο ξεχωριστές λίστες θεμάτων. Στη μία γράφει όσα το απασχολούν τώρα και στην άλλη όσα το απασχόλησαν στο παρελθόν ή εξακολουθούν να το επηρεάζουν. Αναζητά ιδιαίτερα παλιές εμπειρίες που συνδέονται με τις σημερινές του ευαισθησίες.
  • Επιστολές έκφρασης και συνειδητοποίησης. Γράφει σε κάποιο πρόσωπο για να εκφράσει και να καταλάβει καλύτερα όσα συμβαίνουν μέσα του. Οι επιστολές δεν χρειάζεται να παραδοθούν· συνήθως προορίζονται για τη δική του επεξεργασία.
  • Εσωτερική διερεύνηση με μια ερώτηση που μπορεί να ερεθίσει το υποσυνείδητο να απαντήσει.Αυτή η ερώτηση μπορεί να γίνεται πολλές φορές μέσα στην ημέρα, αλλά κυρίως λίγο πριν κοιμηθούμε ή στη βαθιά χαλάρωση, παρατηρώντας τι αναδύεται.

Ερωτήσεις που βοηθούν τη διερεύνηση

  • «Γιατί με ενοχλεί τόσο πολύ αυτό;»
  • «Γιατί το μυαλό μου ασχολείται τόσο με αυτό το θέμα;»
  • «Τι πιστεύω που με κάνει να νιώθω έτσι;»
  • «Ποια προσκόλληση υπάρχει εδώ;»
  • «Τι έχει συμβεί στο παρελθόν που με κάνει τόσο ευαίσθητο σε αυτό;»
  • «Τι πραγματικά θέλω να γίνει ή να έχω;»
  • «Τι μπορεί να έχω να μάθω από αυτή την εμπειρία;»

Η σημασία της συγκεκριμενοποίησης

Πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν τι δεν θέλουν, αλλά δυσκολεύονται να προσδιορίσουν τι ακριβώς θέλουν. Τους βοηθάμε να το ξεκαθαρίσουν.

Εξετάζουμε επίσης γιατί χρειάζονται κάτι από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο:

  • «Γιατί είναι τόσο σημαντικό να λάβεις αποδοχή από αυτό το πρόσωπο;»
  • «Γιατί χρειάζεται να πάρεις την επιβεβαίωση από τον συγκεκριμένο άνθρωπο;»

Μια συμπεριφορά μπορεί να μας ενοχλεί από κάποιον και να μην μας επηρεάζει το ίδιο από κάποιον άλλον. Αντίστοιχα, μπορεί να δεχόμαστε αγάπη από πολλούς, αλλά να δυσκολευόμαστε να νιώσουμε την αξία μας επειδή δεν τη λαμβάνουμε από το πρόσωπο από το οποίο την περιμένουμε.

Η διερεύνηση βοηθά να αναγνωριστεί η προσκόλληση σε μια συγκεκριμένη πηγή ευτυχίας, αγάπης ή επιβεβαίωσης.

  1. Συμπεράσματα και αποφάσεις

Όταν το θέμα έχει ξεκαθαριστεί, βοηθάμε το άτομο να συνοψίσει όσα αναγνώρισε και να επιλέξει με τι θέλει να συνεχίσει.

Ενδεικτικές ερωτήσεις:

  • «Μετά από όσα συζητήσαμε, με ποιο συναίσθημα θέλεις να δουλέψεις περισσότερο;»
  • «Μπορείς να δεχτείς και να αγαπήσεις το κομμάτι του εαυτού σου που έχει αυτά τα συναισθήματα;»
  • «Ποιες πεποιθήσεις αναγνωρίζεις ότι δημιουργούν αυτά τα συναισθήματα;»
  • «Θέλεις να αλλάξεις κάποια από αυτές; Ποια;»
  • «Πώς θα ήθελες να αντιδράς εσωτερικά και εξωτερικά σε παρόμοιες καταστάσεις;»

Αν δυσκολεύεται πολύ να συνοψίσει, μπορούμε να προτείνουμε μια σύντομη ανακεφαλαίωση όσων ακούσαμε. Σταματάμε μετά από κάθε συμπέρασμα και ρωτάμε αν συμφωνεί, ώστε να μη μετατρέψουμε τη δική μας κατανόηση σε δεδομένη αλήθεια για εκείνο.

Η απόφαση μπορεί να αφορά αλλαγή μιας πεποίθησης, επικοινωνία με κάποιον, εφαρμογή μιας άσκησης ή αλλαγή στον τρόπο ζωής.

Αν δεν θέλει να αλλάξει μια πεποίθηση, το δεχόμαστε. Ρωτάμε τι άλλο θα μπορούσε να το βοηθήσει.

— Το μάθημα και οι πεποιθήσεις που θέλει να αλλάξει

Σε αυτό το στάδιο διερευνούμε τι θέλει να κατανοήσει ή να μάθει μέσα από την εμπειρία και ποιες αλλαγές επιθυμεί.

Μπορούμε να ρωτήσουμε:

  • «Τι μπορεί να είναι το μάθημά σου εδώ;»
  • «Ποια αλλαγή στον τρόπο σκέψης σου θα σε βοηθούσε;»
  • «Τι θέλεις να πιστεύεις αντί για αυτό που πιστεύεις τώρα;»
  • «Τι μπορείς να κάνεις εσωτερικά και τι εξωτερικά;»

Αν η έννοια του «μαθήματος» δεν εκφράζει το άτομο, η ερώτηση μπορεί να γίνει πρακτικότερη:

«Ποιες αλλαγές στον τρόπο που σκέφτεσαι θα μπορούσαν να σε βοηθήσουν να αντιμετωπίσεις καλύτερα αυτή την κατάσταση;»

— Συνειδητοποίηση του οφέλους της αλλαγής

Δεν αρκεί να πει «θέλω να αλλάξω». Χρειάζεται να αναγνωρίσει γιατί θέλει την αλλαγή και τι ουσιαστικό θα κερδίσει.

Η επιθυμία μπορεί να υπάρχει, αλλά η συνήθεια, η αδράνεια και η αντίσταση να είναι ισχυρότερες. Κάθε αλλαγή απαιτεί προσπάθεια και μπορεί να περιλαμβάνει δυσφορία, ακόμη κι όταν οδηγεί σε μια καλύτερη κατάσταση.

Θέτουμε τις ερωτήσεις ώστε το άτομο να συνειδητοποιήσει το όφελος της αλλαγής και να αντλήσει από αυτή τη συνειδητοποίηση κίνητρο, ώθηση και ενέργεια.

Ρωτάμε:

  • «Γιατί θέλεις να κάνεις αυτή την αλλαγή;»
  • «Γιατί θέλεις να μεταμορφώσεις αυτή την πεποίθηση;»
  • «Τι έχεις να κερδίσεις;»
  • «Τι έχεις να χάσεις αν δεν την αλλάξεις;»
  • «Τι σε κινητοποιεί: η αποφυγή κάποιου πόνου ή η επιθυμία να πραγματοποιήσεις κάτι σημαντικό για σένα;»

Δεν δίνουμε εμείς το κίνητρο. Βοηθάμε το άτομο να αναγνωρίσει το δικό του.

— Φαντάζεται τις δύο δυνατότητες

Το καλούμε να φανταστεί την εναλλακτική πεποίθηση και να παρατηρήσει:

  • «Πώς νιώθεις όταν σκέφτεσαι έτσι;»
  • «Ποια διαφορετικά συναισθήματα έχεις;»
  • «Πώς φαντάζεσαι τη ζωή σου με αυτή την αλλαγή;»

Έπειτα εξετάζουμε τη διατήρηση της ίδιας πεποίθησης:

  • «Αν δεν την αλλάξεις, πώς θα νιώθεις;»
  • «Πώς φαντάζεσαι τη ζωή σου σε πέντε, δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;»

— Γράφει τα οφέλη και τις συνέπειες

Είναι σημαντικό να τα γράψει το ίδιο το άτομο, όχι μόνο να τα συζητήσει.

Μπορεί να συμπληρώσει:

  • «Αν αλλάξω αυτή την πεποίθηση, θα νιώθω…»
  • «Αν την αλλάξω, θα κερδίσω…»
  • «Αν δεν την αλλάξω, οι συνέπειες στη ζωή μου θα είναι…»

Εξετάζει συγκεκριμένους τομείς: υγεία, σύντροφο, γονείς, παιδιά και οικονομικά.

Το γράψιμο βοηθά να συνειδητοποιήσει βαθύτερα όσα λέει, να διακρίνει αντιφάσεις και να έχει μπροστά του τους προσωπικούς του λόγους για αλλαγή.

  1. Εργασία, δράσεις και τεχνικές

Με βάση τα συμπεράσματα και τις αποφάσεις, διαμορφώνεται ένα σχέδιο εργασίας. Το άτομο επιλέγει τι θέλει να κάνει και ο συντονιστής βοηθά να γίνει συγκεκριμένο και εφαρμόσιμο.

— Θετική εναλλακτική πεποίθηση ή επιβεβαίωση

Ξεκινάμε από το ερώτημα:

«Τι θέλεις να πιστεύεις; Ποια εναλλακτική αντίληψη θα σε βοηθούσε να διατηρείς την ηρεμία σου;»

Η φράση εκφράζει αυτό που θέλει να νιώθει ή να πιστεύει.

Διατυπώνεται θετικά, αποφεύγοντας κατά κανόνα το «δεν»:

  • Αντί για «Δεν φοβάμαι όταν συμβαίνει αυτό»:
    «Νιώθω ασφαλής όταν συμβαίνει αυτό».

Διατυπώνεται στο παρόν, χωρίς εκφράσεις αμφιβολίας ή μετάθεσης στο μέλλον.

Αντί για:

  • «Ελπίζω να μπορώ να νιώθω ασφαλής».
  • «Θα νιώθω ασφαλής».
  • «Σιγά σιγά θα νιώθω ασφαλής».

Χρησιμοποιούμε:

«Νιώθω ασφαλής, ακόμη κι όταν…»

Το ίδιο το άτομο επιλέγει τη φράση. Ο συντονιστής το βοηθά στη διατύπωση.

— Εμψυχωτική ερώτηση

Ένας δεύτερος τρόπος είναι η μετατροπή της θετικής επιβεβαίωσης σε εμψυχωτική ερώτηση, με το «γιατί» μπροστά.

Η διατύπωση περιλαμβάνει τρεις διαστάσεις:

  • Μπορώ να το κάνω.
  • Είναι ασφαλές να το κάνω.
  • Είναι σωστό να το κάνω.

Παράδειγμα:

«Γιατί μπορώ, είναι ασφαλές και είναι σωστό να νιώθω ασφαλής, ακόμη κι όταν…;»

Η ερώτηση κινητοποιεί τον νου να αναζητήσει απαντήσεις που στηρίζουν τη θετική πεποίθηση, διευκολύνοντας την εσωτερίκευσή της.

— Προσωπικό ηχητικό αρχείο χαλάρωσης

Ένας τρίτος τρόπος υποστήριξης είναι η δημιουργία ενός προσωπικού ηχητικού αρχείου χαλάρωσης.

Προηγουμένως έχει συμφωνηθεί με το άτομο ποια μηνύματα και ποιες πεποιθήσεις θέλει να ενισχύσει. Το αρχείο μπορεί να χρησιμοποιείται ανάμεσα στις συναντήσεις.

— Εσωτερικές και εξωτερικές ενέργειες

Το άτομο μπορεί να επιλέξει εσωτερικές ασκήσεις ή συγκεκριμένες αλλαγές στην καθημερινότητα, όπως:

  • Διαλογισμό, χαλάρωση, γράψιμο ή κάποια τεχνική που έχει διδαχθεί.
  • Επικοινωνία με ένα πρόσωπο και έκφραση με «εγώ μήνυμα».
  • Αλλαγές στη διατροφή, στην άσκηση ή στο καθημερινό πρόγραμμα.
  • Συμμετοχή σε ένα σεμινάριο ή αναζήτηση διαφορετικής εργασίας.

Οι ενέργειες προκύπτουν από τις δικές του ανάγκες και αποφάσεις.

— Συγκεκριμενοποίηση του προγράμματος

Δεν μένουμε στο «θα κάνω μια άσκηση». Ρωτάμε:

  • «Πότε θα ξεκινήσεις;»
  • «Ποιες ημέρες και ποια ώρα θα την κάνεις;»
  • «Σε ποιον χώρο;»
  • «Για πόση διάρκεια;»
  • «Πώς χωρά αυτό στο καθημερινό σου πρόγραμμα;»

Το βοηθάμε να φανταστεί την εφαρμογή στην πράξη και να ελέγξει αν είναι ρεαλιστική.

Ακόμη και δέκα λεπτά άσκησης έχουν αξία. Ένα μικρό πρόγραμμα που εφαρμόζεται μπορεί να βοηθήσει περισσότερο από ένα υπερβολικά απαιτητικό πρόγραμμα που εγκαταλείπεται.

— Πρόβλεψη εμποδίων και αντίστασης

Ρωτάμε αν προβλέπει εξωτερικές δυσκολίες, όπως έλλειψη χρόνου ή αντιδράσεις της οικογένειας.

Έπειτα εξετάζουμε την εσωτερική του αντίδραση:

«Φαντάσου ότι κάνεις αυτό που αποφάσισες. Νιώθεις φόβο, πίεση, στέρηση, περιορισμό, κούραση ή κάποια άλλη αντίσταση;»

Αν ένα πρόγραμμα παραμένει για καιρό ανεφάρμοστο, διερευνούμε πού δυσκολεύεται και τι το εμποδίζει. Προσαρμόζουμε το σχέδιο στις πραγματικές του δυνατότητες.

— Σεβασμός στην επιλογή και στον ρυθμό του

Δεν πιέζουμε το άτομο και δεν έχουμε προσωπική προσκόλληση στο αν θα προχωρήσει.

Μπορεί να μη θέλει να αλλάξει μια πεποίθηση ή να αφήσει τον θυμό ή την πληγή του. Το βοηθάμε να εξετάσει πώς νιώθει με αυτή την επιλογή και ποιες συνέπειες αναγνωρίζει στο σώμα, στις σχέσεις και στη ζωή του, ώστε η απόφαση να είναι συνειδητή.

Έχει δικαίωμα να παραμείνει στη δυσκολία του για όσο χρειάζεται, μέχρι να βρει τη δύναμη και το προσωπικό κίνητρο να αλλάξει.

Η συνειδητοποίηση και η διαμόρφωση ενός εφαρμόσιμου σχεδίου μπορεί να χρειαστούν αρκετές συναντήσεις.

  1. Ανασκόπηση, αξιολόγηση και νέες δράσεις

Η αξιολόγηση γίνεται στην επόμενη συνάντηση, ατομική ή ομαδική.

Εξετάζουμε:

  • Αν εφαρμόστηκε το σχέδιο.
  • Τι ανακάλυψε ή συνειδητοποίησε το άτομο.
  • Τι άλλαξε και ποιο συναίσθημα παραμένει.
  • Με τι θέλει να εργαστεί στη συνέχεια.

— Αν δεν έκανε όσα είχε αποφασίσει

Δεν το μαλώνουμε και δεν παίρνουμε τον ρόλο του γονιού. Δεν ξεκινάμε με το «Γιατί δεν το έκανες;».

Ρωτάμε:

  • «Θέλεις να το κάνεις;»
  • «Θέλεις να ξεκινήσεις;»
  • «Τι θέλεις να κάνουμε τώρα;»

Αν εξακολουθεί να θέλει, διερευνούμε πρακτικά εμπόδια και εσωτερικές αντιστάσεις. Βλέπουμε τι χρειάζεται να τροποποιηθεί ή με ποια δυσκολία χρειάζεται πρώτα να εργαστεί.

— Αν εφάρμοσε όσα αποφάσισε

Ρωτάμε τι βοήθησε, τι υποχώρησε και τι εξακολουθεί να το απασχολεί.

Τα συναισθήματα δεν υποχωρούν πάντοτε πλήρως ή μόνιμα. Μπορεί να επανεμφανίζονται με νέα ερεθίσματα. Με βάση τη σημερινή εμπειρία του, επιλέγεται η επόμενη εργασία.

Γ. Στάση του συντονιστή κατά τη διερεύνηση

-Συγκατάθεση του ατόμου

Χρειάζεται ευαισθησία για το πόσο βαθιά είναι έτοιμο να προχωρήσει.

Μπορούμε να πούμε:

«Έχω σκεφτεί κάποια πράγματα που θα ήθελα να σε ρωτήσω. Θέλεις να πάμε βαθύτερα;»

Ή:

  • «Θέλεις να αγγίξουμε εμπειρίες του παρελθόντος;»
  • «Θέλεις να εξετάσουμε κάποια βαθύτερα συναισθήματα;»

Η επιλογή είναι δική του.

 

-Αποδοχή δεν σημαίνει συμφωνία

Μπορούμε να κατανοούμε και να αποδεχόμαστε τον άνθρωπο χωρίς να συμφωνούμε με όλες τις πράξεις του.

Τον βλέπουμε ως ψυχή σε εξέλιξη. Όσο περισσότερη αποδοχή αισθάνεται, τόσο ασφαλέστερα μπορεί να εκφράσει δύσκολες εμπειρίες και συναισθήματα.

 

-Ο τρόπος με τον οποίο λέμε «γιατί»

Το «γιατί» χρειάζεται να εκφράζει ειλικρινή περιέργεια και διάθεση κατανόησης, όπως ένα παιδί που δεν γνωρίζει την απάντηση και θέλει να μάθει.

Αποφεύγουμε:

  • Το «γιατί» του δικηγόρου, που έχει ήδη αποφασίσει την απάντηση και προσπαθεί να οδηγήσει τον άλλον σε αυτή.
  • Το «γιατί» του δικαστή, που περιέχει κατηγορία ή καταδίκη.

Αν πιστεύουμε ότι ξέρουμε ήδη την απάντηση, δυσκολευόμαστε να ακούσουμε πραγματικά τον άλλον.

 *Γραπτή καταγραφή των συνειδητοποιήσεων και των αποφάσεων

Σε κάθε στάδιο όπου ζητάμε καταγραφή, είναι σημαντικό να γράφει το ίδιο το άτομο. Του δίνουμε χρόνο να σημειώσει τις ανακαλύψεις του, επειδή έτσι τις συνειδητοποιεί βαθύτερα.

Στο κλείσιμο είναι χρήσιμο να έχει μπροστά του τι συνειδητοποίησε, με τι επιλέγει να εργαστεί και ποιες συγκεκριμένες ενέργειες θέλει να εφαρμόσει μέχρι την επόμενη συνάντηση.

 

(Σ.Μ.)