TO ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

0066354

TO ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Τίτλος πρωτοτύπου:The Greatest Miracle in the World.
Συγγραφέας : Όγκ. Μαντίνο
Εκδόσεις : Πύρινος Κόσμος
Έτος έκδοσης :1993
Σελίδες :131

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Κάνει την περίληψη αυτή : η κ. Κατερίνα Κωτσάκη

Ένα χιονισμένο πρωινό, o Όγκ Μαντίνο, επιτυχημένος συγγραφέας και εκδότης, πηγαίνει στο γραφείο του επιστρέφοντας απο μια περιοδεία που έκανε για την παρουσίαση του βιβλίου του «Ο Μεγαλύτερος Πωλητής στον Κόσμο», το οποίο έγινε best seller. Ωστόσο, ο Όγκ Μαντίνο δεν φαίνεται πραγματικά ευτυχισμένος, ψάχνει να βρει την εσωτερική ηρεμία και γαλήνη, πραγμα που μοιάζει να μην έχει επιτύχει ακόμη.
Εκείνο το πρωινό, δεν καταφέρνει να μπει στο parking, όπου αφήνει το αυτοκίνητο του για να πάει στη δουλειά του, διότι η μπάρα της εισόδου στην πύλη έχει μπλοκάρει. Αισθάνεται απόγνωση γιατί τον περιμένει πολλή δουλειά. Ξαφνικά, βλέπει πιο πέρα έναν πανύψηλο, ηλικιωμένο άνδρα, με μακριά γκρίζα γένια. Φοράει έναν ξύλινο σταυρό, κρατάει απο ένα χαλαρό λουρί έναν σκύλο μπασέ που (όπως θα μάθει αργότερα ο Μαντίνο ονομάζεται Λάζαρος) και ταίζει τα περιστέρια. Ο άγνωστος γυρνάει προς τον Μαντίνο και αφού τον καλημερίζει, του προσφέρει την βοήθειά του και πράγματι καταφέρνει να σηκώσει την μπάρα του parking.

Όταν συναντιούνται ξανά, μετά απο αρκετούς μήνες, μαθαίνει ο ένας το όνομα και το επάγγελμα του άλλου : ο ηλικιωμένος άνδρας ονομάζεται Σίμων Πόττερ και είναι ρακοσυλλέκτης…. αχρήστων υλικών ανθρώπινων υλικών, όπως λέει ο ίδιος. Αναζητά ανθρώπους που έχουν χάσει την εκτίμηση για τον εαυτό τους και παραιτηθεί απο κάθε προσπάθεια για μια καλλίτερη ζωή, είναι, δηλαδή, είναι ζωντανοί νεκροί. Εκείνος τους βοηθά να γυρίσουν απο το ζωντανό θάνατο. Ο Σίμων προτείνει στον Όγκ να πάνε να συνεχίσουν την κουβέντα τους στο διαμέρισμα του, σε μία πολυκατοικία εκεί κοντά. Εκεί ο Μαντίνο ανακαλύπτει ότι ο Σίμων διαθέτει τεράστιο αριθμό βιβλίων. Πολλά από αυτά τα ονομάζει «βιβλία – Χέρι του Θεού» διότι πιστεύει ότι – όπως και κάποια έργα τέχνης, κάποια κομμάτια μουσικής – έχουν δημιουργηθεί από τον ίδιο τον Θεό και εκείνοι, που έχουν αναγνωριστεί ως δημιουργοί τους από την ανθρωπότητα, είναι απλά τα όργανα, που χρησιμοποίησε ο Θεός για να επικοινωνήσει μαζι μας. Η θέα των βιβλίων δίνει στον Μαντίνο την εξήγηση των τόσων γνώσεων που σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι έχει ο Σίμων και των αναφορών του σε τόσους σπουδαίους συγγραφείς της αρχαιότητας όπως ο Σενέκας, αλλά και σύγχρονους, όπως ο Καρλάιλ.

Μεταξύ άλλων, ο Μαντίνο εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα από την αναφορά του Σίμωνα στον νου, για τον οποίο πολλοί συγγραφείς έγραψαν ότι αποτελεί έναν παράξενο μηχανισμό, για τον οποίο πιστεύει ότι πιστεύουν και οι τεχνοκράτες για τα κομπιούτερ : «σκουπίδια βάζεις, σκουπίδια παίρνεις».
Ο Μαντίνο δίνει στον Σίμωνα ένα αντίτυπο του βιβλίο του «ο Μεγαλύτερος Πωλητής στον Κόσμο» για να το διαβάσει και να του πει την γνώμη του. Του ζητά, επίσης, να του διηγηθεί τη ζωή του. Ο Μαντίνο, ακούγωντας την αφήγηση της ζωής του Σίμωνα, αισθάνεται ολο και πιο περίεργα, διότι διαπιστώνει ότι η ιστορία του ήρωα του βιβλίου του, που διαδραματίζεται την εποχή του Χριστού, που είναι σχεδόν πανομοιότυπη με την ιστορία του Σίμωνα, ο οποίος, πρίν αρχίσει να συλλέγει ανθρώπινα ράκη ήταν ένας πλούσιος και επιτυχημένος μεγαλοεπιχειρηματίας.

Όταν ο Μαντίνο ρωτά τον Σίμωνα εαν πιστεύει ότι οι ομοιότητες μεταξύ της ζωής του και της ζωής του ήρωα του δικού του βιβλίου είναι μόνο μια σύμπτωση, κάτι τυχαίο, εκείνος απαντά με τη φράση ενός διάσημου συγγραφέα που έγραψε οτι η λέξη «τυχαίο» είναι το ψευδώνυμο της λέξης Θεός.
Οι κουβέντες των δυο ανδρών επιτρέπουν στον Μαντίνο να διδαχθεί πολλά απο τον Σίμωνα, να στοχαστεί πάνω σε αυτά, να γεννηθούν μέσα του και άλλες περαιτέρω ερωτήσεις για το ποιός είναι και τι πραγματικά θέλει να κάνει με την ζωή του. Στον Σίμωνα εκμυστηρεύεται ότι μπήκε μέσα σε μια εκκλησία περιμένοντας την ώρα του rendez-vous με έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο και ότι άρχισε να προσεύχεται ζητώντας από τον Θεό να του δώσει μόνο καθοδήγηση. Και ξαφνικά άρχισε να κλαίει με λυγμούς, διότι του είχε φανεί ότι άκουσε κάποιον να τον ρωτά «Που ήσουν εσύ»?
Σε μια απο τις συναντήσεις τους, ο Μαντίνο ρωτά το Σίμωνα πως σκέφθηκε να γίνει ρακοσυλλέκτης απελπισμένων ανθρώπων. Ο Σίμων απαντά ότι έναυσμα για την απόφαση του να βοηθήσει και να προσφέρει στους άλλους αποτέλεσε ο συγκινητικός τρόπος με τον οποίο του εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της μια νέα κοπέλλα, την οποία βοήθησε να φτάσει έγκαιρα στο πανεπιστήμιο και να μη χάσει τις εξετάσεις της, δίνοντας της τα δύο μικρά κέρματα που της έλειπαν.

Ο Μαντίνο ρωτά τον Σίμωνα πόσους απελπισμένους, παραιτημένους ανθρώπους έχει, ως ρακοσυλλέκτης, βοηθήσει να αλλάξουν τη ζωή τους. Εκείνος απαντά «εκατό» και ότι είναι σίγουρος για τον αριθμό διότι ένα είδος εγχειριδίου, που συνέταξε και περιέχει τους κανόνες για την επίτευξη της επανόδου απο τον ζωντανό θάνατο στην ζωή, αναπαράχθηκε σε εκατό αντίτυπα, τα οποία έδωσε σε όσους δέχθηκαν να βοηθηθούν απο τον ίδιο, ενώ εκείνος έχει πλέον μόνο το πρωτότυπο.

Εξηγεί στον Μαντίνο ότι, αρχικά, οι μέθοδοι βοήθειας, που εφάρμοζε, απέτυχαν παταγωδώς διότι πρασπαθούσε να εξακριβώσει τον τρόπο χειρισμού της κάθε περίπτωσης, ξεχωριστά. Σταδιακά, αντιλήφθηκε όμως, οτι ενώ όλοι μας είμαστε διαφορετικοί ο ένας απο τον άλλο, ο καθένας μοναδικός κατα τον τρόπο του, η έλλειψη εκτίμησης για τον εαυτό μας, η οποία φέρνει την αποτυχία μας, είναι μια παγκόσμια ασθένεια, που πάντοτε προέρχεται απο το σύμπλεγμα του άγχους, της ενοχής ή του αισθήματος κατωτερότητας.Έτσι τυποποίησε το σύστημα της βοήθειας που πρασέφερε γράφοντας με πολύ απλά λόγια τους τέσσερις κανόνες για μια ευτυχισμένη και γεμάτη νόημα ζωή.

Το κείμενο, που συνέταξε, το ονόμασε «Μήνυμα (ή Μνημόνιο-Memo)» απο τον Θεό μια και, στις μέρες μας, οι άνθρωποι συνηθίζουν να επικοινωνούν με memo. Ο Σίμων βεβαιώνει τον Μαντίνο ότι το «Μνημόνιο του Θεού» φέρνει αποτέλεσμα οπωσδήποτε : αρκεί να το διαβάζει κανείς κάθε βράδυ επί εκατό βράδια, πραγμα που απαιτεί μόνο είκοσι λεπτά της ώρας. Ο Σίμων είναι πεπεισμένος, ότι την επόμενη ημέρα όταν ο αναγνώστης ξυπνήσει, αντιδρά αρχικά χωρίς σχεδόν να το αντιλαμβάνεται στο μήνυμα που αποτύπωσε στον εγκέφαλο του το προηγούμενο βράδυ. Σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, αλλάζει καθώς το μήνυμα μεταφορτώνεται απο λόγια και ιδέες σε δράση και αντίδραση απο πλευράς του αναγνώστη.

Όταν ο Μαντίνο ρωτά τον Σίμωνα εαν σκοπεύει να τυπώσει και άλλα αντίτυπα του «Μνημονίου Του Θεού», εκείνος απαντά ότι είναι πλέον πολύ ηλικιωμένος και, σε κάθε περίπτωση, δε θα παραμείνει για πολύ σε αυτήν την γη. Του εκμυστηρεύεται, όμως, ότι θα ήθελε κάποιος που αγαπά, εκτιμά και εμπιστεύεται, να αναλαβει εκείνος να συνεχίσει το έργο του και τον ρωτά εάν θα συμφωνούσε, αυτός ο κάποιος να είναι ο ίδιος ο Μαντίνο. Ο Μαντίνο δέχεται και ο Σίμων του λέει ότι δεν έχει αντίρρηση να το περιλάβει σε ένα απο τα επόμενα βιβλία του διότι τότε θα κυκλοφορήσει στον κόσμο και θα ωφελήσει πάρα πολλούς ανθρώπους. Ζητά, όμως, απο τον Μαντίνο να του υποσχεθεί ότι, πριν χρησιμοποιήσει σε βιβλίο του το Μνημόνιο θα το διαβάσει ο ίδιος κάθε βράδυ επι εκατό βράδια. Επί πέντε μήνες, ο Μαντίνο παρακολουθούσε το καλλίτερο πανεπιστήμιο της χώρας όπως γράφει ο ίδιος. Με δάσκαλο τον Σίμωνα Πόττερ. Το σπουδαιότερο δίδαγμα, που δέχθηκε ήταν : όλοι έχομε την ικανότητα να αλλάζομε προς το καλλίτερο την ζωή μας, ότι ο Θεός δεν έχει ποτέ τοποθετήσει κάποιον απο εμας σε μια τρύπα, απο την οποία δε μπορεί να ξαναβγεί.

Ένα χρόνο μετά απο την πρώτη τους συνάντηση, με την ευκαιρία των γενεθλίων του Σίμωνα, που κλείνει τα εβδομήντα εννέα χρόνια του ο Μαντίνο του κάνει δώρο ένα τεράστιο γυάλινο γεράνι με παραδείσια χρώματα. Πράγματι ο Σίμων του είχε πει ότι αγαπά πολύ τα γεράνια και του είχε δείξει μια ζαρντινιέρα στο μπαλκόνι του, στην οποία είχε φυτέψει γεράνια. Ο Σίμων συγκινείται μέχρι δακρύων. Και μαζί αποφασίζουν να φυτέψουν το γυάλινο γεράνι στην ζαρντινιέρα, όπου φαντάζει σαν φάρος στο σκοτάδι.

Μετά απο δυο βδομάδες απουσίας, ο Μαντίνο επιστρέφει στο γραφείο του όπου, το πρώτο πράγμα που βλέπει, είναι ένας καφετής φάκελλος, στον οποίον αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του παραλήπτη. Δηλαδή του Μαντίνο, αλλά κανένα του αποστολέα. Στον φάκελλο ήταν γραμμένες οι λέξεις, «ένα αποχαιρετιστήριο δώρο απο έναν γέρο ρακοσυλλέκτη».Ο φάκελος έχει γραμματόσημα, αλλά καμία σφραγίδα ταχυδρομείου. Παρά τις εξονυχιστικές ερωτήσεις του Μαντίνο πρας τους συνεργάτες του κανείς δεν είδε, δεν άκουσε, δεν ξέρει πως έφτασε ο φακελλος στο γραφείο του Μαντίνο, απορρίπτεται λοιπον και η «εξήγηση» του ταχυμεταφορέα. Σε μεγάλη ένταση, ο Μαντίνο βγαίνει σα σίφουνας απο το γραφείο του και πηγαίνει στο διαμέρισμα του Σίμωνα, όπου του ανοίγει μια χοντρή κοκκινομάλλα, η οποία κρατάει ένα μωρό στην αγκαλιά της ενώ ένα άλλο είναι κρεμασμένο απο τη φούστα της. Απαντά στον Μαντίνο ότι δεν ξέρει κανέναν με το όνομα Σίμων Πόττερ και ένα μπασέ, τον Λάζαρο. Μένει τέσσερα χρόνια σε αυτό το διαμέρισμα και δε γνωρίζει κανέναν στην πολυκατοικία με αυτό το όνομα και τα χαρακτηριστικά. Ο Μαντίνο νιώθει να τρελλαίνεται όταν όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας ακόμα και ο θυρωρός του επιβεβαιώνουν ότι ουδέποτε κατοίκησε εκεί κάποιος που να ανταποκρίνεται στην περιγραφή του Σίμωνα Πόττερ. Ο Μαντίνο βρίσκεται σε απόγνωση, μέχρι που κατεβαίνει να ελέγξει τον αριθμό της πολυκατοικίας, μήπως έχει κάνει λάθος. Τίποτα. Είναι σωστός !

Μετά από ώρες άκαρπων προσπαθειών, ο Μαντίνο επιστρέφει στο γραφείο του, όπου με χέρια που τρέμουν ανοίγει τον φάκελλο, που περιέχει μια χωρίς ημερομηνία επιστολή του Σίμωνα προς αυτον, καθώς και το «Μνημόνιο του Θεού» !
Τα διαβάζει με προσοχή και τα δυο. Η ελπίδα ότι θα πετύχει μια καλλίτερη ζωή ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του Σίμωνα και ό,τι γράφει το Μνημόνιο γεννιέται μέσα του. Εαν θέλετε να συμβεί το ίδιο και σε εσάς διαβάστε το βιβλίο του Όγκ. Μαντίνο «Το Μεγαλύτερο Θαύμα στον Κόσμο» και πράξετε όπως αισθανθείτε….

Ελπίζω να μη αντισταθείτε έστω στην περιέργεια να μάθετε πολλά για τους τέσσερις νόμους της επιτυχίας και της ευτυχίας που περιέχονται στο «Μνημόνιο του Θεού» και είναι :

Μέτρησε τις ευλογίες σου.

Διεκδίκησε τη σπανιότητά σου.

Προχώρησε ακόμα ένα μίλι

Χρησιμοποίησε με σοφία τη δύναμη της επιλογής

ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΑ !
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΤΣΑΚΗ

Υ.Γ. Βγαίνοντας απο το γραφείο του το βράδυ της ημέρας, που έλαβε το γράμμα του Σίμωνα και το «Μνημόνιο του Θεού», ο Μαντίνο στρέφει το κεφάλι του στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του Σίμωνα και εκεί μέσα στο μαύρο σκοτάδι της χιονισμένης νύχτας, βλέπει το γυάλινο πολύχρωμο γεράνι να ορθώνεται μέσα απο τη ζαρντινιέρα και να φέγγει σαν φάρος !!….

Comments are closed.