ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΤΟΣ ΜΑΣ ΘΕΟΥ

Το παράρτημα ατυό προστίθεται εδώ ώστε οι αναγνώστες με Χριστιανική προέλευση, και ιδιαίτερα οι Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι –εφ’ όσον το βιβλίο αυτό εκδίδεται στην Ελλάδα- να συνειδητοποιήσουν ότι αυτές οι ιδέες δεν διαφέρουν σημαντικά από τα βασικά διδάγματα της θρησκείας μας.

Από τα αποσπάσματα τα οποία θα παρατεθούν θα γίνει φανερό ότι οι απόψεις περί του Θεού εντός του ανθρώπου, και περί του προορισμού του ανθρώπου να φθάσει στην θεοποίησή του, είναι απόλυτα συμβατές με τα κείμενα της Βίβλου, όπως μας τα παρουσιάζει ο Ορθόδοξος Επίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ, Καθηγητής της Ορθόδοξης Ανατολικής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στην Αγγλία. Τα συμπεράσματά του βασίζονται στις διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίες ευρίσκονται κυρίως στα κείμενα της «Φιλοκαλίας των Νηπτικών».

Όμως για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να παραδεχτούμε ότι αρκετοί Ορθόδοξοι θεολόγοι πιθανόν θα προβληματιστούν σχετικά με μερικά σημεία του βιβλίου αυτού. Και τούτο διότι:

1.Δίδεται η αίσθηση της μη ξεχωριστής ύπαρξης του ανθρώπου από τον Θεό, ενώ στην Ορθοδοξία θεωρείται σηματνική η έννοια ότι η προσωπικότητα του ανθρώπου δεν είναι ποτέ δυνατόν να αφομοιωθεί εντός του Θεού, αλλά θα μένει πάντοτε ξεχωριστή.

2.Ο Χριστιανισμός δεν θα ήταν δυνατόν να δεχθεί ποτέ ότι η θέωση του ανθρώπου είναι δυνατή εκτός της Εκκλησίας και των Μυστηρίων της.

3.Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας J.Benner ομιλεί για μια ένωση η οποία φαίνεται να επιτυγχάνεται με την ουσία του Θεού, ενώ η θέωση αυτή, σύμφωνα με την Ορθοδοξία, είναι δυνατή μόνο σε σχέση με τις ενέργειες του Θεού, και είναι αποτέλεσμα της Χάριτος του Θεού και της συμμετοχής του ανθρώπου εντός της Εκκλησίας και των Μυστηρίων της.

Ο Αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Σταυρόπουλος διατυπώνει την διάσταση αυτήν ακριβώς στο βιβλίο του «Κοινωνοί Θείας Φύσεως» όταν γράφει: «Η ένωση όμως αυτή δεν είναι απόλυτη. Είναι σχετική, επειδή δεν πρόκειται περί μεταμορφώσεως της ουσίας μας. Πρόκειται μάλλον περί ευτυχίας εντός της θείας βασιλείας. Η ανθρώπινη φύση γίνεται η κατάληξη της θείας φύσης. Αναπλάθεται εντός της πρωταρχικής της ωραιότητας».

Ο Επίσκοπο-Καθηγητής Κάλλιστος Γουέαρ κάνει την διάκριση, όπως όλοι σχεδόν οι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, μεταξύ της Ουσίας του Θεού και των Ενεργειών Του. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη διδασκαλία οι ενέργειες του Θεού ευρίσκονται εντός του ανθρώπου, και ο άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίζει μόνον αυτές τις ενέργειες. Όπως όμως μας επεξηγούν, ο Θεός είναι οι ενέργειές Του, και οι ενέργειές Του είναι Αυτός ο ίδιος. Οπότε και καταλήγομε στο ίδιο αποτέλεσμα. Είναι βέβαιον ότι ο αναγνώστης θα εκπλαγεί πόσα από τα αποτελέσματα αυτά είνα όμοια με τις διδασκαλίες αυτού του βιβλίου.

Αν τελικά ο Benner διατυπώνει κάτι διαφορετικό από τις θέσεις αυτές, θα πρέπει να ομολογήσω ότι μου είναι απολύτως δυνατόν να συμφωνήσω με την Ορθόδοξη άποψη.

Η ιδέα όμως ότι ο άνθρωπος γεννήθηκε για να ομοιάσει με τον Θεό, και ότι ο προορισμός του είναι η θέωση, είναι μαι πεποίθηση καθαρά Χριστιανική.

Πάνω στο θέμα αυτό ο καθένας θα πρέπει να φθάσει σε δικά του συμπεράσματα. Όσο για μένα, προσωπικά, το σημαντικό εδώ είναι ότι τόσο η Εκκλησία, όσο και ο J. Benner, μας καλούν να ζούμε με πίστη στο Θεό, αδελφικά, με αγάπη, ανιδιοτέλεια, ταπεινοφροσύνη, αλήθεια και ενότητα. Και αυτό είναι το σημαντικό.

 

Από την Καινή Διαθήκη:

«Ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως…..ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί» (Η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται κατά τρόπον ώστε να την παρατηρήσετε…..και μάλιστα η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας).

(Λουκ. 17:20)

«Ουκ οίκατε ότι ναός Θεού εστέ και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; (Δεν ξέρετε ότι είσθε ναός του Θεού και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;)

(Κορινθ. Α 3:16)

«Ος έστι Χριστός εν υμίν, η ελπίς της δόξης» (Δηλαδή ο Χριστός μέσα σας, η ελπίδα της δόξης) (Κολλοσ 1:27)

«Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς,» ούκ έστι γεγραμμένον εν τω γόμω υμών, εγώ είπα, θεοί εστέ; ει εκείνους είπε θεούς….και ου δύναται λυθήναι η γραφή..» (Ο Ιησούς τους απεκρίθυ, «Δεν είναι γραμμένον εις τον νόμον σας «Εγώ είπα είσθε Θεοί»; Εάν εκείνους είπεν Θεούς… – και η γραφή δεν είναι δυνατόν να καταργηθή-..) (Ιωαν. 10:4,35)

Ο Αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Σταυρόπουλος, στο ίδιο βιβλίο του, δηλώνει: Σαν ανθρώπινα όντα έχομε αυτή την μία και μοναδική κλήση, να επιτύχουμε την θέωση. Με άλλους λόγους, καθένας μας προορίζεται να γίνει Θεός, να καταστεί όμοιος με τον ίδιο τον Θεό, να ενωθεί μαζί Του. Ο Απόστολος Πέτρος περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια τον σκοπό της ζωής: σκοπός σας, λέει, είναι να «γίνεται κοινωνοί θείας φύσεως» [«ίνα διά τούτων γένησθε θείας κοινωνοί φύσεως» (Πέτρ. Β 1:4)]

 

Αυτός είναι ο σκοπός της ζωής του καθενός μας, να λάβει μέρος, να συμμετέχει στην φύση του Θεού και στην ζωή του Χριστού, κοινωνός της Θείας Χάριτος και Ενέργειας – να γίνει ακριβώς όπως ο Θεός – ένας αληθινός Θεός.

 

Τα επόμενα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Κάλλιστου Γουέαρ:           ‘HE ORTODOX CHURCH

 

  • Ο Θεός είναι απολύτως υπερβατικός…. Το ότι υπάρχει Θεός είναι σαφές. Τι είναι όμως ο Θεός ως προς την ουσία και την φύση Του είναι κάτι το οποίο υπεβαίνει κάθε δυνατότητα σύλληψης και γνώσης μας.

 

  • Ο Θεός, αν και απολύτως υπερβατικός, δεν είναι αποκομμένος από τον κόσμο τον οποίο Εκείνος δημιούργησε. Ο θεός είναι πάνω και εκτός της δημιουργίας Του, και εν τούτοις υπάρχει εντός αυτής. Όπως το θέτει μία ευρείας χρήσεως Ορθόδοξη προσευχή: «Παντού είσαι, Κύριε, και πληρείς τα πάντα».

 

  • Οι ενέργειες του Θεού, οι οποίες είναι ο Θεός ο Ϊδιος, διαπερνούν όλη την δημιουργία, και τις βιώνομε με την μορφή της Θείας Χάριτος και του Θείου Φωτός.

 

  • Αν ο άνθρωπος χρησιμοποιήσει σωστά την ικανότητά του να κοινωνεί μετά του Θεού, τότε θα καταστεί «ωσάν» Θεός, θα κατακτήσει την Θείαν ομοίωσιν. Κατά τους λόγους του Ιωάννη του Δαμασκηνού, θα «αφομοιωθεί μετά του Θεού διά της αρετής». Η κατάκτηση της ομοίωσης σημαίνει την θέωση, το να γίνει δεύτερος θεός, θεός κατά χάριν». «Εγώ είπα θεοί εστέ και υιοί υψίστου πάντες» (Ψαλμ. 82:6)

 

  • Όταν λέγεται ότι ο Θεός εποίησεν τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Εαυτού», έγραφεν ο Γρηγόριος Παλαμάς, «η λέξη άνθρωπος δεν σημαίνει ούτε μόο την ψυχήν, ούτε μόνον το σώμα, αλλά και τα δύο ομού». Το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει σώμα, υποστήριζε ο Γρηγόριος, τον καθιστά ανώτερον, και όχι κατώτερον, από τους αγγέλους. Πράγματι, οι άγγελοι είναι «αγνό» πνεύμα, ενώ η φύση του ανθρώπου είναι «μικτή» -τόσον υλική όσον και πνευματική-, αυτό όμως σημαίνει ότι η φύση του είναι πληρέστερη της αγγελικής, και προικισμένη με πλουσιότερο δυναμικό. Ο άνθρωπος αποτελεί μικρόκοσμο, γέφυρα και σημείον συνάντησης για το σύνολο της δημιουργίας του Θεού.

 

  • Η Ορθόδοξη θρησκευτική σκέψη δίνει την μεγαλύτερην έμφαση στην εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι «ζώσα θεολογία» και, επειδή είναι η εικόνα του Θεού, είναι ικανός να εύρει τον Θεό κοιτάζοντας μέσα στην καρδιά του, «επιστρέφων εν εαυτώ»: «Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί» (Λουκ. 17:21). «Γνωρίσατε τον εαυτό σας» είπεν ο Άγιος Αντώνιος ο Αιγύπτιος «…ο γνωρίζων εαυτόν, Θεόν γνωρίζει.» «Αν είσθε αγνοί», έγραψεν ο Αγ. Ισαάκ ο Σύρος (τέλη του έβδομου αιώνα), «ο παράδεισος ευρίσκεται εντός σας. Εντός σας θα ίδετε τους αγγέλους, και τον Κύριον των αγγέλων». Και από τον Αγ. Παχώμιον αναφέρεται: «Εις την αγνότητα της καρδιάς του είδεν τον αόρατον Θεόν όπως μέσα σε καθρέπτην».

 

  • Επειδή είναι εικόνα Θεού, κάθε μέλος της φυλής των ανθρώπων, ακόμη και το πλέον αμαρτωλό, είναι απείρως πολύτιμο στα μάτια του Θεού. «Όταν βλέπεις τον Αδελφόν σου», είπεν ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (πέθανε το 215 μ.Χ.), «βλέπεις τον Θεό». Και ο Ευάγριος δίδαξε: «Μετά τον Θεόν πρέπει να θεωρούμεν κάθε άνθρωπον σαν τον Ίδιον τον Θεόν». Ο σεβασμός αυτός προς κάθε άνθρωπον εκδηλώνεται με φανερό τρόπο κατά την Ορθόδοξη λατρεία, όταν ο ιερέας θυμιατίζει όχι μόνον τις εικόνες, αλλά και τα μέλη του εκκλησιάσματος, χαιρετίζοντας την εικόνα του Θεού σε κάθε πρόσωπο. «Η καλύτερη εικόνα του Θεού είναι ο άνθρωπος».

 

  • Ο σκοπός της Χριστιανικής ζωής, τον οποίον ο Σεραφείμ περιέγραψε σαν την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος του Θεού, είναι δυνατόν επίσεης να προσδιοριστεί με τον όρον Θέωση. Ο Βασίλειος περιέγραψε τον άνθρωπο σαν ένα πλάσμα το οποίο έλαβε την εντολή να γίνει Θεός. Και ο Αθανάσιος είπε, όπως γνωρίζομε, ότι ο Θεός έγινεν άνθρωπος ώστε να κατοθρώσει ο άνθρωπος να γίνει θεός. «Εις την βασιλείαν μου, είπεν ο Χριστός, θα είμαι Θεός με εσάς σαν θεούς». Σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτός είναι ο τελικός σκοπός πρπς τον οποίον πρέπει να στοχεύει κάθε Χριστιανός: να γίνει θεός, να κατακτήσει την θέωση. Για την Ορθόδοξία, η σωτηρία και η λύτρωση του ανθρώπου σημαίνει αυτήν ακριβώς την θέωση.

 

  • Η ιδέα αυτή της προσωπικής και οργανικής ένωσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου –του Θεού ενοικούντος ενός ημών, και ημών ενοικούντων εντός Εκείνου- αποτελεί συνεχές θέμα του Ευαγγελίου του Ιωάννη. Αποτελεί επίσης μόνιμο ζήτημα των Επιστολών του Αποστ. Παύλου, ο οποίος βλέπει την Χριστιανική, ζωή πάνω απ’ όλα σαν «ζωήν εν Χριστώ». Η ίδια ιδέα εμφανίζεται στο περίφημο εδάφιο της Β Επιστολής του Πέτρου: «Διά των οποίων μας έχουν δωρηθεί αι….. υποσχέσεις, ώστε ….. να γίνετε συμμέτοχοι θείας φύσεως» (Β Πέτ. 1:4) Η θέωση είναι ζήτημα το οποίο περιλαμβάνει και το σώμα. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος αποτελεί ενότητα σώματος και ψυχής, και δεδομένου ότι ο Ενσαρκωθείς Χριστός έσωσε και λύτρωσε ολόκληρο τον άνθρωπο, είναι επόμενον ότι «το σ΄μωα του ανθρώπου θεώνεται ταυτοχρόνως με την ψυχή του».

 

Τα υπόλοιπα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του ίδιου συγγραφέα Κάλλιστου Γουέαρ: THE ORTODOX WAY

  • Θεώρηση της φύσης σημαίνει κατανόηση των διαστάσεων του ιερού χώρου και του ιερού χρόνου. Αυτό το αντικείμενο, αυτό το πρόσωπο και το οποίο ομιλώ, αυτή η στιγμή του χρόνου κάθε ένα από αυτά είναι άγιο, κάθε ένα είναι με τον τρόπο του ανεπανάληπτο, συνεπώς έχει άπειρην αξία, κάθε ένα είναι δυνατόν να χρησιμεύσει σαν παράθυρο στην αιωνιότητα. Και, καθώς ευαισθητοποιούμαι ως προς τον κόσμο του Θεού γύρω μου, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο τον κόσμο του Θεού εντός μου. Καθώς αρχίζω να βλέπω την φύση εν Θεώ, αρχίζω να συλλαμβάνω την δική μου θέση σαν ανθρώπινου ατόμου εντός της φυσικής τάξης. Αρχίζω να κατανοώ τι σημαίνει να είμαι μικρόκοσμος και μεσολαβητής.

 

  • Σε προηγούμενα κεφάλαια καταδείξαμε την θεολογική βάση για την θεώρηση αυτή της φύσης. Τα πάντα διαπερνώνται και διατηρούνται στην ύπαρξη από τις άκτιστες ενέργειες του Θεού, συνεπώς τα πάντα αποτελούν μια θεοφάνεια η οποια μεσιτείει για την παρουσία Του. Στην καρδιά κάθε πράγματος ευρίσκεται η εσώτερη αρχή του, ή ο λόγος, εμφυτευμένος εντός του υπό του Δημιουργικού Λόγου, και με τον τρόπον αυτό, διά των λόγων επικοινωνούμε με τον Λόγο. Ο Θεός είναι πάνω και πέρα από όλα αυτά, όμως σαν Δημιουργός ευρίσκεται επίσης εντός των πάντων. »πανενθεϊσμός» όχι πανθεϊσμός. Επομένως, η μελέτη της φύσης είναι, κατά τον Μπλέικ, η κάθαρση των «θυρών της αντίληψής μας», τόσο στο φυσικό όσο και στο πνευματικό επίπεδο, και η συνεπακόλουθη διάκριση των ενεργειών, ή λόγων, του Θεού, σε κάεθ δημιούργημά του. Είναι η ανακάλυψη, όχι τόσο διά του παρεμβατικού νου μας, όσο διά της πνευματικής μας λογικής, ότι όλο το σύμπαν είναι μια κοσμική Φλεγόμενη Βάτος, πλήρης θείου Πυρός, χρίς να έχει όμως ακόμη αναλωθεί.

 

  • Δεν θα πρέπει να περιορίζομε την παρουσία του Θεού στον κόσμο σε μια μικρή γκάμα «ευσεβών» αντικειμένων και καταστάσεων, και να δίνομε σε όλα τα άλλα τον τίτλο του «Εγκόσμιου», αλλά πρέπει να βλέπομε τα πάντα σαν κατά βάσην ιερά, σαν δώρα του Θεού και μέσα επικοινωνίας μαζί του.

Ατυό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχόμεθα τον έκπτωτο κόσμο με τους δικούς του όρους. Αυτό είναι το ατυχές λάθος του «εγκόσμιου Χριστιανισμού» της σύγχρονης Δύσης. Τα πάντα είναι πράγματι ιερά κατά την αληθινή τους φύση, σύμφωνα με την εσώτατη ουσία τους. Όμως η σχέση μας με την δημιουργία του Θεού έχει στρεβλωθεί από την αμαρτία, τόσο την προπατορική όσο και την προσωπική, και δεν πρόκειται να επανεύρομε την ουσιαστικήν αυτήν ιερότητα πριν εξαγνισθεί η καρδιά μας. Χωρίς την απάρνηση του εαυτού, χωρίς ασκητική πειθαρχία, δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιώσομε την αληθινή ωραιότητα του κόσμου. Αυτός είναι ο λόγος της αδυναμίας μας για γνήσιαν αντίληψη χωρίς μετάνοια.

 

  • Όσο περισσότερο ο άνθρωπος συλλαμβάνει με το νου του τον Θεό μέσα στη φύση, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει ότι ο Θεός είναι επίσης πάνω και πέρα από την φύση. Καθώς ευρίσκει ίχνη του θείου στα πάντα, λέγει: «Και αυτό είσαι εσύ, ούτε αυτό είσαι εσύ». Οπότε το δεύτερο στάδιο της πνευματικής Οδού τον οδηγεί, με την βοήθεια του Θεού, στο τρίτο στάδιο όπου ο Θεός δεν γίνεται γνωστός αποκλειστικά και μόνν από την μεσολάβηση των δημιουργημάτων του, αλλά και από την άμεση, και χωρίς ενδιαμέσους, ένωση.

Η μετάβαση από το δεύτερο σοτ τρίτο επίπεδο επιτυγχάνεται με την εφαρμογή, στην προσευχητική ζωή μας, της μεθόδου της απάρνησης, ή της αποφατικής προσέγγισης, όπως μαθαίνομε από τους πνευματικούς μας δασκάλους της Ορθόδοξης παράδοσης. Στην Αγία Γραφή, στα κείμενα της λειτουργικής, και στη φύση, μας προσφέρονται αμέρτηρες λέξεις, εικόνες και σύμβολα του Θεού, και διδασκόμεθα να τιμούμε αυτές τις λέξεις, τις εικόνες και τα σύμβολα καθώς τα στομαζόμεθα εντατικά στις προσευχές μας. Όμως, επειδή αυτά τα πράγματα δεν είναι δυνατόν ποτέ να εκφράσουν ολόκληρη την αλήθεια περί του Θεού του ζώντος, παροτρυνόμεθα επίσης να εξισορροπούμε αυτή την καταφατική προσευχή με την αποφατική προσευχή. Όπως το θέτει ο Ευάγριος, «Προσευχή είναι η εγκατάλειψη των σκέψεων». Αυτή η διατύπωση όμως δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν πλήρης ορισμός της προσευχής, αλλά υποδεικνύει πράγματι το είδος εκείνο της προσευχής το οποίο οδηγεί τον άνθρωπο από το δεύτερο στο τρίτο στάδιο της Οδού. Προσεγγίζοντας την αιώνια Αλήθεια η οποία ευρίσκεται πέραν των ανθρώπινων λόγων και σκέψεων, ο αναζητητής αρχίζει να υπηρετεί τον Θεό εν ήσυχία και σιωπή, παύοντας πλέον να ομιλεί περί Θεού, ή προς τον Θεό, αλλά απλώς ακούοντας. «Σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμί ο Θεός» (Ηρέμησε και Γνώρισε – ΕΓΩ ΕΙΜΙ – ο Θεός) (Ψαλμ. 46:10). Αυτή η ηρεμία, ή εσωτερική σιωπή, είναι γνωστή στα Ελληνικά με τον όρο ησυχία, και εκείνος ο οποίος αναζητεί την προσευχή τους σιωπής ονομάζεται ησυχαστής. Ησυχία σημαίνει συγκέντρωση συνδυασμένη με εσωτερική γαλήνη. Δεν θα πρέπει να την θεωρήσομε με την αρνητική της άποψη, σαν απουσία λόγου και εξωτερικής δραστηριότητας, αλλά δηλώνει με θετικό τρόπο το άνοιγμα της καρδιάς του ανθρώπου προς την αγάπη του Θεού. Δεν χρειάζεται να βεβαιώσομε ότι, για τους περισσότερους ανθρώπους, η ησυχία δεν είναι μόνιμη κατάσταση. Ο ησυχαστής, μαζί με την συμμετοχή του στην προσευχή της σιωπής, χρησιμοποιεί επίσης και άλλες μορφές της, λαμβάνοντας μέρος στα από κοινού λειτουργικά τυπικά της λατρείας, διαβάζοντας την Αγ. Γραφή, δεχόμενος τα Μυστήρια. Η αποφατική προσευχή συνυπάρχει με την καταφατική, και η μία ενδυναμώνει την άλλη. Ο δρόμος της άρνησης και ο δρόμος της επιβεβαίωσης δεν είναι εναλλακτικοί, είναι συμπληρωματικοί. Πως όμως θα κατορθώσομε να πάψομε να ομιλούμε, και θα αρχίσομε να ακούμε;

Αυτό είναι το δυσκολότερο από όλα τα μαθήματα περί προσευχής. Δεν πρόκειται να κερδίσομε πολλά πράγματα λέγοντας στον εαυτό μας «Μην σκέπτεσαι», δεδομένου ότι η καταστολή της ασυνάρτητης σκέψης δεν είναι κάτι εφικτό διά της απλής επιβολής της δύναμης της θέλησης. Ο συνεχώς αεικίνητος νους αξιώνει από εμάς κάποιο έργο ώστε να ικανοποιεί την συνεχή ανάγκη του για δράση. Αν η πνευματικη μας στρατηγική και τελείως αρνητική –αν προσπαθούμε να εξαλείψομε κάθε ενσυνείδητη σκέψη χωρίς να προσφέρομε στο νου μας κάποιαν εναλλακτική δραστηριότητα- το πιθανότερο είναι να καταλήξομε σε αόριστες ονειροπολήσεις. Ο νους μας έχει ανάγκη από κάποιο έργο το οποίο θα τον απασχολεί, αλλά και θα του δίνει την δυνατότητα να εκτείνεται πέρα απ’ τον εαυτό του, στην σιγή. Στην Ορθόδοξη πρακτική του ησυχασμού η εργασία η οποία συνήθως του δίνεται είναι η συχνή επανάληψη κάοιου είδους «προσευχής – βέλους», συνηθέστατα η Προσευχή του Ιησού: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό.

 

  • Πολλοί από τους Πατέρες της Εκκλησίας αντιμετωπίζουν τα πάθη σαν κάτι ουσιαστικα κακό, δηλαδή σαν εσωτερικές ασθένειες ξένες προς την αληθινή φύση του ανθρώπου. Όμως μερικοί από αυτούς υιοθετούν μια θετικότητερη θέση, θεωρώντας τα πάθη σαν δυναμικές παρορμήσεις, τοποτετημένες μέσα στον άνθρωπο αρχικά από τον Θεό, και συνεπώς κατά βάση καλές, παρ’ όλον ότι προς το παρόν έχουν διαστρεβλωθεί από την αμαρτία. Σύμφωνα με αυτή την δεύτερη και πιο εκλεπτυσμένην άποψη, ο σκόπός μας δεν είναι να εξαλείψομε τα πάθη, αλλά να επανακαθορίσομε την ενέργειά τους. Η μη ελεγχόμενη οργή πρέπει να μετατραπεί σε δίκαιη αγανάκτηση, η κακεντρεχής ζήλεια σε ζήλο για την αλήθεια, η σεξουαλική λαγνεία σε έρωτα αγνό μέσα στην θέρμη του. Τα πάθη πρέπι επομένως να αξαγνίζονται, και όχι να σκοτώνονται, αν παιδαγωγούνται και όχι να εκριζώνονται, αν χρησιμοποιούνται θετικά και όχι αρνητικά. Τόσο στον εαυτό μας, όσο και στους άλλους, λέμε όχι «Καταπίεσε», αλλά «Μεταμόρφωσε».

 

  • Η αποφατική μέθοδος, είτε στις θεολογικές μας συζητήσεις, είτε στη ζωή μας της προσευχής, έχει μεν φαινομενικά αρνητικό χαρακτήρα, όμως κατά τον τελικό της στόχο είναι υπερβολικά θετική. Ο παραμερισμός των σκέψεων και των εικόνων δεν οδηγεί στην κενότητα, αλλά σε μιαν αφθονία η οποία υπερβαίνει όλα όσα ο ανθρώπινος νους κατορθώνει να συλλάβει ή να εκφράσει. Ο δρόμος της άρνησης δεν μοιάζει τόσο με το ξεφλούδισμα κρεμμυδιού όσο με την σμίλευση αγάλματος. Όταν ξεφλουδίζομε κρεμμύδι, αφαιρούμε την μία φλούδα μετά την άλλη, έως ότου δεν μένει καθόλου κρεμμύδι, οπότε και καταλήγομε στο τίποτε. Όμως ο γλύπτης, όταν σμιλεύει έναν όγκο μαρμάρου, κάνει αφαίρεση με σκοπό ένα θετικό αποτέλεσμα. Δεν υποβιβάζει τον μαρμάρινο όγκο σε ένα σωρό από τυχαία θραύσματα αλλά, μέσω της προφανώς καταστροφικής δράσης της θράυσης του λίθου σε κομμάτια, καταλήγει στην αποκάλυψη μιας κατανοητής μορφής. Το ίδιο συμβαίνει σε ένα ανώτερο επίπεδο, όταν χρησιμοποιούμε τον αποφατισμό. Αρνούμεθα ώστε να επιβεβαιώσομε. Αποφαινόμεθα ότι κάτι δεν είναι, ώστε να πούμε ότι κάτι είναι. Ο δρόμος της άρνησης καταλήγει να γίνει δρόμος της υπερ-βεβαίωσης. Ο παραμερισμός των λέξεων και των ιδεών χρησιμεύει σαν εφαλτήριο από το οποίο κάνομε άλματα εντός του θείου μυστηρίου. Η αποφατική θεολογία, στην αληθινή και πλήρη έννοιά της, δεν οδηγεί σε απουσία, αλλά σε παρουσία, όχι στον αγνωστικισμό, αλλά σε μιαν ένωση αγάπης. Συνεπώς η αποφατική αυτή θεολογία είναι κάτι πολύ περισσότερο από μιαν καθαρά λεκτικήν άσκηση, κατά την οποίαν εξισορροπούμε θετικές δηλώσεις και αρνησεις. Ο σκοπός της είναι να μας φέρει σε άμεση επαφή με ένα προσωπικό Θεό, ο Οποίος απείρως υπερβαίνει οτιδήποτε είναι δυνατόν να πούμε περί Αυτού, είτε θετικό, είτε αρνητικό.

 

  • Το να κοιτάζομε πάνω στο γυαλί σημαίνει να καταλαβαίνομε την «υπαρξιακή ταυτότητα», την έντονη πραγματικότητα κάθε πράγματος. Το να κοιτάζομε μέσα από το γυαλί, άρα να «κατασκοπεύομε» τον ουρανό, σημαίνει να διακρίνομε την παρουσία του Θεού μέσα, και πέρα από, αυτό το πράγμα. Οι δυό αυτοί τρόποι θέασης του κόσμου επιβεβαιώνουν, και συμπληρώνουν, ο ένας τον άλλον. Η δημιουργία μας οδηγεί στον Θεό, και ο Θεός μας στέλνει πάλι πίσω στην δημιουργία, καθιστώντας μας ικανούς να κοιτούμε την φύση με τα μάτια του Αδάμ όταν ήταν στον Παράδεισο. Διότι, όταν βλέπομε τα πάντα εν Θεώ, τα βλέπομε να έχουν μια ζωντάνια την οποία διαφορετικά δεν θα την είχαν.

 

  • Με τον τρόπον αυτόν η Προσευχή του Ιησού αρχίζει όπως μια οποιαδήποτε άλλη προφορική προσευχή. Όμως η ρυθμική επενάληψη της ίδιας σύντομης φράσης καθιστά τον ησυχαστή ικανό, χάρη στην ίδια την απλότητα των λέξεων τις οποίες χρησιμοποιεί, να προχωρήσει, πέρα από κάθε γλώσσα και εικόνες, στο μηστήριο του Θεού. Με τον τρόπον αυτόν η Προσευχή του Ιησού εξελίσσεται, με την βοήθεια του Θεού, σε αυτό το οποίο οι Δυτικοί συγγραφείς αποκαλούν «προσευχή της τρυφερής προσοχής» ή «προσευχή της απλής ματιάς», όπου η ψυχή αναπαύεται εντός του Θεού χωρίς την συνεχώς εναλλασόμενη διαδιχή εικόνων, ιδεών και συναισθημάτων. Πέραν αυτής, υπάρχει ένα επιπλέον στάδιο, όταν η προσευχή του ησυχαστή παύει να είναι αποτέλεσμα των δικών του προσπαθειών, και γίνεται –τουλάχιστον από καιρού εις καιρόν- εκείνο το οποίο οι Ορθόδοξοι συγγραφείς αποκαλούν «αυτενεργούμενη» προσευχή αι οι Δυγικοί ονομάζουν «ενσταλλαγμένη». Με άλλα λόγια, παύει να είναι πλέον η προσευχή «μου» και γίνεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, η προσευχή του εντός μου Χριστού.

 

  • Φυσικ΄ς στοχασμός σηαίνει να βρίσκομε τον Θεό όχι μόνον σε όλα τα πράγματα, αλλά και σε όλα τα πρόσωπα. Όταν προσκυνούμε τις ιερές εικόνες στην εκκλησία, ή στο σπίτι μας, πρέπει να σκεπτόμεθα ότι κάθε άνδρας ή γυναίκα είναι μια ζώσα εικόνα του Θεού. «..εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (ότι εκάνατε εις ένα από τούτους τους ασήμαντους αδελφούς μου, σ’ εμέ το εκάνατε) (Ματθ. 25:40).

Για να εύρομε τον Θεό δεν χρειάζεται να εγκαταλείψομε τον κόσμο, να απομονωθούμε από τους συνανθρώπους μας και να βυθισθούμε σε κάποιο είδος μηστικού κενού. Αντιθέτως, ο Χριστός μας κοιτάζει μέσα από τα μάτια όλων εκείνων τους οποίους συναντούμε. Όταν θα έχομε αναγνωρίσει την συμπαντική Του παρουσία, όλες μας οι πράξεις πρακτικής υπηρεσίας στους άλλους γίνονται πράξεις προσευχής.

 

  • Πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι θεωρούν την ανεικονική προσευχή της σιωπής τελείως εκτός της δικής του τωρινής δυνατότητας, και για τους οποίους οι γνωστές φράσεις της Αγ. Γραφής, ή των προσευχηταρίων, έχουν αποβεί πληκτικές και αποστραγγισμένες, είναι δυνατόν να ανανεώσουν την εσωτερική τους ζωή με την ενάσκηση του φυσικού στοχασμού. Μαθαίνοντας να διαβάζω τον λόγο του Θεού εντός του βιβλίου της φύσης, βλέποντας την υπογραφή Του «εν παντί», ανακαλύπτω –όταν επιστρεφω στην μελέτη του λόγου Του στην Αγ. Γραφή και στο προσευχητάριο- ότι αυτές οι πολύ γνωστές φράσεις έχουν ένα καινούργιο νοηματικό βάθος. Με τον τρόπον αυτόν φύση και Αγ. Γραφή αλληλοσυμπληρώνονται. Σύμφωνα με τους λόγους του Αγ. Ευφραίμ του Σύρου:

«Όπου να στρέψεις τους οφθαλμούς σου, υπάρχει το σύμβολο του Θεού.

Όπου να διαβάσεις, εκεί θα εύρεις τα τυπογραφικά του στοιχεία…..

Παρατήρησε και είδε πως Φύση και Γραφή αλληλοσυνδέονται….

Αίνος διά τον Κύριον της Φύσης

Δόξα διά τον Κύριον της Γραφής.»

 

  • Συνηθίζεται να θεωρούμε τον στοχασμό σαν ένα σπάνιο και εξαιρετικό δώρο και έτσι είναι, χωρίς αμφιβολία, όταν είναι ολοκληρωμένος. Όμως τα σπέρματα μιας στοχαστικής τάσης ενυπάρχουν σε όλους μας. Από αυτή την ώρα και τη στιγμή είμαι σε θέση να αρχίσω να βαδίζω μέσα στον κόσμο έχοντας συνειδητοποιήσει ότι είναι ο κόσμος του Θεού, ότι Εκείνος είναι κοντά μου μέσα σε ότι βλέπω και αγγίζω, μέσα σε όποιον συναντώ. Όσο και αν κάνω αυτές τις σκέψεις σπασμοδικά και ατελώς, έχω ήδη αρχίσει να βαδίζω στην ατραπό του στοχασμού.