Διακήρυξη για μια Μετά-Υλιστική Επιστήμη

Η Διακήρυξη για μια Μετά-Υλιστική Επιστήμη προετοιμάστηκε από τους:

Mario Beauregard, PhD (University of Arizona),

Gary E. Schwartz, PhD (University of Arizona),

Lisa Miller, PhD (Columbia University),

Larry Dossey, MD,

Alexander Moreira-Almeida, MD, PhD,

Marilyn Schlitz, PhD,

Rupert Sheldrake, PhD, και

Charles Tart, PhD.

(for the English version go here http://www.opensciences.org/files/pdfs/Manifesto-for-a-Post-Materialist-Science.pdf )

Είμαστε μια ομάδα διεθνώς γνωστών επιστημόνων, από διάφορα επιστημονικά πεδία (βιολογία, νευρολογία, ψυχολογία, ιατρική, ψυχιατρική), που συμμετείχαμε σε μία διεθνή σύνοδο με θέμα τη μετά-υλιστική επιστήμη, την πνευματικότητα και την κοινωνία. Σκοπός μας ήταν να συζητήσουμε την επίδραση της υλιστικής ιδεολογίας στην επιστήμη και την ανάδειξη ενός μετά-υλιστικού υποδείγματος για την επιστήμη, την πνευματικότητα και την κοινωνία. Καταλήξαμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:

 

  1. Η παγκόσμια σύγχρονη επιστημονική άποψη βασίζεται κυρίως σε υποθέσεις που είναι στενά συνδεδεμένες με την κλασική φυσική. Ο υλισμός – η ιδέα ότι η ύλη είναι η μόνη πραγματικότητα – είναι μία από αυτές τις υποθέσεις. Μια συγγενής υπόθεση είναι η απλούστευση, η αντίληψη ότι τα σύνθετα πράγματα μπορούν να γίνουν κατανοητά με την απλούστευσή τους στις αλληλεπιδράσεις των μερών τους ή σε πιο απλά ή πιο θεμελιώδη πράγματα, όπως τα μικροσκοπικά υλικά σωματίδια.

 

  1. Κατά τον 19ο αιώνα, αυτές οι υποθέσεις στένεψαν, μετατράπηκαν σε δόγματα και ενώθηκαν σ’ ένα σύστημα πεποιθήσεων που έγινε γνωστό σαν «επιστημονικός υλισμός». Αυτό το σύστημα πεποιθήσεων υπονοεί ότι ο νους δεν είναι παρά η φυσική δραστηριότητα του εγκεφάλου και ότι οι σκέψεις μας δεν μπορούν να έχουν επίδραση στον εγκέφαλο και το σώμα μας, τις ενέργειές μας και το φυσικό κόσμο.

 

  1. Η ιδεολογία του επιστημονικού υλισμού κυριάρχησε στην πανεπιστημιακή κοινότητα κατά τον 20ο αιώνα. Κυριάρχησε τόσο, που η πλειονότητα των επιστημόνων άρχισε να πιστεύει πως βασιζόταν σε καταξιωμένη εμπειρική μαρτυρία και αντιπροσώπευε τη μόνη λογική άποψη του κόσμου.

 

  1. Οι επιστημονικές μέθοδοι που βασίζονταν στην υλιστική φιλοσοφία σημείωσαν εξαιρετική επιτυχία όχι μόνο στην αύξηση της κατανόησής μας για τη φύση, αλλά επίσης στον έλεγχο και την ελευθερία μέσα από την πρόοδο της τεχνολογίας.

 

  1. Εντούτοις, η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία του υλισμού στον ακαδημαϊκό κόσμο έχει περιορίσει σοβαρά τις επιστήμες και καθυστερήσει την επιστημονική μελέτη του νου και της πνευματικότητας. Η πίστη σ’ αυτή την ιδεολογία, σαν ένα αποκλειστικό πλαίσιο ερμηνείας για την πραγματικότητα, έχει αναγκάσει τους επιστήμονες να αρνηθούν την υποκειμενική διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτό έχει οδηγήσει σε διαστρεβλωμένη και ελλιπή κατανόηση του εαυτού μας και της θέσης μας μέσα στη φύση.

 

  1. Η επιστήμη είναι πρωταρχικά μια μη-δογματική, ανοιχτόμυαλη μέθοδος απόκτησης γνώσης για τη φύση μέσα από την παρατήρηση, την πειραματική έρευνα και τη θεωρητική επεξήγηση των φαινομένων. Η μεθοδολογία της δεν είναι συνώνυμη με τον υλισμό και δεν θα έπρεπε να δεσμεύεται από κάποιες συγκεκριμένες πεποιθήσεις, δόγματα ή ιδεολογίες.

 

  1. Στο τέλος του 19ου αιώνα, φυσικοί ανακάλυψαν εμπειρικά φαινόμενα που δεν μπορούσαν να εξηγηθούν με την κλασική φυσική. Κατά τη δεκαετία του 1920 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930, έδειξαν ότι τα άτομα και τα υποατομικά σωματίδια δεν είναι στην πραγματικότητα στερεά αντικείμενα – δεν υπάρχουν με βεβαιότητα σε συγκεκριμένες θέσεις του χώρου – και οδήγησε στην ανάπτυξη ενός επαναστατικού νέου κλάδου της φυσικής, που ονομάστηκε κβαντική μηχανική. Η κβαντική μηχανική έχει αμφισβητήσει πολλές φορές τις υλικές βάσεις του κόσμου. Κυρίως, η κβαντική μηχανική εισήγαγε κατηγορηματικά το νου μέσα στη βασική εννοιολογική δομή της, εφόσον βρέθηκε ότι τα σωματίδια που παρατηρούνται και ο παρατηρητής – ο επιστήμονας και η μέθοδος που χρησιμοποιείται για παρατήρηση – συνδέονται. Σύμφωνα με μια ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής, αυτό το φαινόμενο συνεπάγεται ότι η συνειδητότητα του παρατηρητή είναι ζωτικής σημασίας στην ύπαρξη των φυσικών γεγονότων που παρατηρούνται και ότι τα νοητικά γεγονότα μπορούν να επηρεάσουν το φυσικό κόσμο. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι ο φυσικός κόσμος δεν είναι πλέον η πρωταρχική ή η μοναδική συνιστώσα της πραγματικότητας και δεν μπορεί να γίνει εντελώς κατανοητός χωρίς την αναφορά στο νου.

 

  1. Ψυχολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η συνειδητή νοητική δραστηριότητα μπορεί περιστασιακά να επηρεάσει τη συμπεριφορά και ότι η αξία της ερμηνείας και της πρόβλεψης των συντελεστών (πχ πεποιθήσεων, σκοπών, επιθυμιών και προσδοκιών) είναι πολύ υψηλή. Επιπλέον, η έρευνα στην ψυχο-νευρο-ανοσολογία δείχνει ότι οι σκέψεις και τα συναισθήματά μας μπορούν να επηρεάσουν αισθητά τα σωματικά συστήματα (πχ ανοσοποιητικό, ενδοκρινικό, καρδιοαγγειακό) που συνδέονται με τον εγκέφαλο. Σε άλλες εκτιμήσεις, οι μελέτες νευροαπεικόνισης συναισθηματικής αυτορρύθμισης, η ψυχοθεραπεία και η επίδραση πλασίμπο δείχνουν ότι τα νοητικά γεγονότα επηρεάζουν σημαντικά τη δραστηριότητα του εγκεφάλου.

 

  1. Μελέτες των αποκαλούμενων «παραψυχολογικών φαινομένων» δείχνουν ότι μπορούμε κάποιες φορές να λάβουμε σημαντικές πληροφορίες χωρίς τη χρησιμοποίηση των κοινών αισθήσεων, και με τρόπους που υπερβαίνουν τους περιορισμούς του συνηθισμένου χωροχρόνου. Επιπρόσθετα, η παραψυχολογική έρευνα δείχνει ότι μπορούμε να επηρεάσουμε νοερά – από απόσταση – φυσικές συσκευές και ζωντανούς οργανισμούς (ακόμη και άλλους ανθρώπους). Η παραψυχολογική έρευνα δείχνει επίσης ότι απομακρυσμένοι νόες μπορεί να συμπεριφέρονται με τρόπους που είναι μη-τοπικά συσχετισμένοι, δηλαδή οι μεταξύ τους συσχετισμοί υποτίθεται ότι είναι χωρίς μεσολάβηση (δεν είναι συνδεδεμένοι με κανένα γνωστό ενεργειακό σήμα), ολοκληρωτικοί (δεν εκφυλλίζονται με την αύξηση της απόστασης) και άμεσοι (φαίνεται να είναι ταυτόχρονοι). Αυτά τα γεγονότα φαίνεται ότι είναι τόσο κοινά που δεν μπορούν να θεωρηθούν αφύσικα ούτε εξαιρέσεις των φυσικών κανόνων, αλλά σαν ενδείξεις της ανάγκης για ένα πλαίσιο ευρύτερης επεξήγησης που δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αποκλειστικά από τον υλισμό.

 

  1. Η συνειδητή νοητική δραστηριότητα μπορεί να βιωθεί σε κλινικό θάνατο κατά τη διάρκεια καρδιακής ανακοπής (αυτό έχει ονομαστεί «εμπειρία κοντά στο θάνατο»). Σε κάποιες εμπειρίες κοντά στο θάνατο έχουν αναφερθεί αληθινές εξωσωματικές αντιλήψεις (δηλαδή αντιλήψεις που μπορεί να αποδειχθεί ότι συμπίπτουν με την πραγματικότητα) που συνέβησαν κατά τη διάρκεια καρδιακής ανακοπής. Άνθρωποι που είχαν εμπειρίες κοντά στο θάνατο αναφέρουν, επίσης, βαθιά πνευματικά βιώματα κατά τη διάρκεια των εμπειριών που πυροδοτήθηκαν από την καρδιακή ανακοπή. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου σταματά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μετά την καρδιακή ανακοπή.

 

  1. Ηλεγμένα εργαστηριακά πειράματα έχουν τεκμηριώσει ότι ικανά ερευνητικά μέντιουμ (άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι μπορούν να επικοινωνήσουν με το νου ανθρώπων που είναι σωματικά νεκροί) μπορούν μερικές φορές να αποκτήσουν εξαιρετικά ακριβείς πληροφορίες για άτομα που έχουν πεθάνει. Αυτό ενισχύει περισσότερο το συμπέρασμα ότι ο νους μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τον εγκέφαλο.

 

  1. Μερικοί υλιστικά προσανατολισμένοι επιστήμονες και φιλόσοφοι αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτά τα φαινόμενα, επειδή δεν συνάδουν με την αποκλειστική αντίληψή τους για τον κόσμο. Η απόρριψη της μετά-υλιστικής έρευνας της φύσης ή η άρνηση να δημοσιευτούν ισχυρά επιστημονικά ευρήματα που υποστηρίζουν ένα μετά-υλιστικό πλαίσιο αντιτίθενται στο αληθινό πνεύμα της επιστημονικής έρευνας, το οποίο είναι ότι τα εμπειρικά δεδομένα πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Δεδομένα που δεν ταιριάζουν σε προτιμώμενες θεωρίες και πεποιθήσεις δεν μπορεί να απορρίπτονται εκ των προτέρων. Μια τέτοια απόρριψη είναι ειδικότητα της ιδεολογίας και όχι της επιστήμης.

 

  1. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι τα παραψυχολογικά φαινόμενα, οι εμπειρίες κοντά στο θάνατο σε καρδιακή ανακοπή και οι επαναλαμβανόμενες αποδείξεις από αξιόπιστα ερευνητικά μέντιουμ, φαίνονται αφύσικα μόνον όταν παρατηρούνται μέσα από τους φακούς του υλισμού.

 

  1. Επιπλέον, οι υλιστικές θεωρίες αποτυγχάνουν να αποσαφηνίσουν πώς ο εγκέφαλος θα μπορούσε να δημιουργήσει το νου, και δεν μπορούν να αιτιολογήσουν τις εμπειρικές αποδείξεις που αναφέρονται σ’ αυτή τη διακήρυξη. Αυτή η αποτυχία μάς λέει ότι είναι πια καιρός να απελευθερωθούμε από τα δεσμά και τις παρωπίδες της παλιάς υλιστικής ιδεολογίας, να διευρύνουμε την αντίληψή μας για το φυσικό κόσμο και να αγκαλιάσουμε ένα μετά-υλιστικό υπόδειγμα.

 

  1. Σύμφωνα με το μετά-υλιστικό υπόδειγμα:

 

α) Ο νους αντιπροσωπεύει μια όψη της πραγματικότητας τόσο αρχέγονη όσο ο φυσικός κόσμος. Ο νους είναι θεμελιώδης μέσα στο σύμπαν, δηλαδή δεν μπορεί να προέρχεται από την ύλη και να υποβαθμιστεί σε κάτι πιο βασικό.

 

β) Υπάρχει ένας βαθύς συσχετισμός ανάμεσα στο νου και το φυσικό κόσμο.

 

γ) Ο νους (θέληση / πρόθεση) μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση του φυσικού κόσμου και να λειτουργήσει με ένα μη-τοπικό (ή διευρυμένο) τρόπο, δηλαδή δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα σημεία στο χώρο, όπως εγκέφαλο ή σώμα, ούτε σε συγκεκριμένα σημεία στο χρόνο, όπως στο παρόν. Εφόσον ο νους μπορεί να επηρεάζει μη-τοπικά το φυσικό κόσμο, οι προθέσεις, τα συναισθήματα και οι επιθυμίες ενός πειραματιστή μπορεί να μην είναι εντελώς απομονωμένα από τα αποτελέσματα του πειράματος, ακόμη και σε ελεγχόμενο και τυφλό πειραματικό σχεδιασμό.

 

δ) Οι νόες είναι προφανώς απεριόριστοι και μπορεί να ενώνονται με τρόπους που υποδηλώνουν έναν μοναδικό, Ένα Νου που συμπεριλαμβάνει όλους τους ατομικούς, μεμονωμένους νόες.

 

ε) Οι εμπειρίες κοντά στο θάνατο σε καρδιακή ανακοπή υποδηλώνουν ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί σαν πομπός της νοητικής δραστηριότητας, δηλαδή ο νους μπορεί να εργάζεται μέσα από τον εγκέφαλο, αλλά δεν δημιουργείται από αυτόν. Οι εμπειρίες κοντά στο θάνατο που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια καρδιακής ανακοπής, μαζί με τη μαρτυρία από ερευνητικά μέντιουμ, υποδηλώνουν επιπρόσθετα την επιβίωση της συνειδητότητας μετά το θάνατο του σώματος και την ύπαρξη άλλων επιπέδων πραγματικότητας που δεν είναι φυσικά.

 

στ) Οι επιστήμονες δεν θα έπρεπε να φοβούνται να ερευνήσουν την πνευματικότητα και τις πνευματικές εμπειρίες, εφόσον αντιπροσωπεύουν μια κεντρική όψη της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

  1. Η μετά-υλιστική επιστήμη δεν απορρίπτει τις εμπειρικές παρατηρήσεις και την μεγάλη αξία των επιστημονικών επιτευγμάτων που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα. Αναζητά να διευρύνει την ανθρώπινη ικανότητα να κατανοεί καλύτερα τα θαύματα της φύσης και κατά τη διαδικασία να ανακαλύψει ξανά τη σημασία του νου και του πνεύματος σαν μέρος του υλικού του πυρήνα του σύμπαντος. Ο μετά-υλισμός συμπεριλαμβάνει την ύλη, η οποία αντιμετωπίζεται σαν βασικό συστατικό του σύμπαντος.

 

  1. Το μετά-υλιστικό υπόδειγμα έχει εκτεταμένες επιδράσεις. Βασικά μεταβάλλει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, δίνοντάς μας πίσω την αξιοπρέπεια και τη δύναμή μας, σαν άνθρωποι και σαν επιστήμονες. Αυτό το υπόδειγμα προάγει θετικές αξίες, όπως συμπόνια, σεβασμό και γαλήνη. Δίνοντας έμφαση στη βαθιά σύνδεση ανάμεσα σε μας και τη φύση συνολικά, το μετά-υλιστικό υπόδειγμα ενθαρρύνει την περιβαλλοντική επίγνωση και τη διατήρηση της βιόσφαιράς μας. Επιπλέον, δεν είναι κάτι νέο, παρά μόνο ξεχασμένο για τετρακόσια χρόνια, ότι μια βιωμένη κατανόηση της ύλης μπορεί να είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της υγείας και της ευημερίας, όπως έχει κρατηθεί και διατηρηθεί στις αρχαίες πρακτικές νου-σώματος-πνεύματος, στις θρησκευτικές παραδόσεις και τις διαλογιστικές προσεγγίσεις.

 

  1. Η μετατόπιση από την υλιστική επιστήμη στη μετά-υλιστική επιστήμη μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Μπορεί να είναι ακόμη πιο καθοριστική από τη μετάβαση από τη γη στον ήλιο σαν κέντρο του πλανητικού μας συστήματος.

 

Comments are closed.