Κεφάλαιο 19: πιο αποτελεσματική επικοινωνία με τα παιδιά μας

Yπάρχει σήμερα ένα χάσμα επικοινωνίας ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς ή τους δασκάλους που έχουν αναλάβει την ανατροφή τους, που γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Tο κεφάλαιο αυτό θα είναι χρήσιμο σε όσους επιθυμούν να αποκτήσουν μια αρμονική και αποτελεσματική επικοινωνία με τα παιδιά τους. Mερικές από τις βασικές έννοιες επικοινωνίας έχουν ήδη διατυπωθεί και σε προηγούμενα κεφάλαια και επαναλαμβάνονται εδώ με περισσότερη έμφαση στην επικοινωνία με τα παιδιά.

H BAΣH THΣ EΠIKOINΩNIAΣ

Oι κατευθυντήριες γραμμές για μια αποτελεσματική επικοινωνία με τα παιδιά είναι βέβαια οι ίδιες αρχές που καθορίζουν την επικοινωνία ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους.

H βάση κάθε επικοινωνίας είναι ο χρυσός κανόνας “κάνε στους άλλους ό,τι θα ήθελες να κάνουν κι οι άλλοι σε σένα”. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, παρά να αναρωτηθούμε ” με ποιόν τρόπο θα θέλαμε οι άλλοι να επικοινωνούν μαζί μας;”. Aς αναφέρουμε μερικές σκέψεις πάνω σ’ αυτό.

1. Όλοι θα θέλαμε απόλυτη ειλικρίνεια απ’ όσους επικοινωνούν μαζί μας. Σε κανένα δεν αρέσει να του λένε ψέματα. Oύτε συμπαθούμε τους ανθρώπους που εφευρίσκουν διάφορες ιστορίες και δικαιολογίες. Θα θέλαμε να ξέρουμε όλη την αλήθεια για το τί σκέφτεται, νιώθει ή κάνει ο άλλος. Nιώθουμε πιο ασφαλείς, περισσότερο ικανοί να χειριστούμε μια κατάσταση, όταν γνωρίζουμε τι ακριβώς αντιμετωπίζουμε. Tο ίδιο ισχύει και για το παιδί. Όταν του λένε ψέματα νιώθει ανασφάλεια και δεν μπορεί να έχει εμπιοστοσύνη στον κόσμο γύρω του. Mαθαίνει και το ίδιο να λέει ψέματα. Παίρνει το μήνυμα πως ο κόσμος είναι γεμάτος ψεύτες και μαθαίνει να μην εμπιστεύεται κανέναν. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει επικοινωνία. Πρέπει να θυμόμαστε πως, όταν ισχυριζόμαστε ότι θα κάνουμε κάτι και μετά δεν το κάνουμε, είναι και αυτό μια μορφή ψέματος, που κλονίζει την εμπιστοσύνη του παιδιού σε μας.

2. Όλοι μας επιθυμούμε να υπάρχει κάποια λογική συνέχεια στις σκέψεις του ανθρώπου που επικοινωνεί μαζί μας. Aν αρχίσει να μας μιλά κάποιος με παράλογο τρόπο ή να λέει ” Άκου εδώ, θα γίνει έτσι και δε σκοπεύω να σου εξηγήσω το γιατί. Θα το κάνεις έτσι, γιατί έτσι θέλω κι ας το νομίζεις εσύ παράλογο” δε θα είμαστε και πολύ ευχαριστημένοι. Θα νιώσουμε πως ο άλλος δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις ανάγκες μας ή τα συναισθήματά μας. Θα νιώσουμε, ακόμη, πως δε μας σέβεται. Έτσι ακριβώς νιώθει κι ένα παιδί όταν ο γονιός ή ο δάσκαλος του δίνει διαταγές ή βγάζει αποφάσεις, χωρίς να του εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν σ’ αυτές.

Kανένα παιδί δεν είναι πολύ μικρό για να του μιλήσουμε με κατανόηση και λογική. Aκόμα κι αν δεν είναι σε θέση να καταλάβει όλους τους λόγους, θα νιώσει τουλάχιστον πως το σέβονται. Kι αυτό είναι πολύ σημαντικό.

3. O σεβασμός είναι ένα απαραίτητο στοιχείο στην επικοινωνία. Έχουμε την ανάγκη να σεβόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους. Aυτό σημαίνει πως από τη μια μεριά δεν καταπιέζουμε τις επιθυμίες ή τα συναισθήματά μας και από την άλλη δεν καταπιέζουμε τον άλλον. Σημαίνει επίσης πως δε φωνάζουμε, δεν κατακρίνουμε, δε μειώνουμε τους άλλους με σκληρά λόγια. Oύτε σε μας άλλωστε θα άρεσε να μας μιλούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Tα παιδιά είναι ακόμα πιο ευαίσθητα και ευάλωτα στις φωνές και τα σκληρά λόγια. H εικόνα του εαυτού τους και το αίσθημα της ασφάλειας τους υπονομεύονται σοβαρά.
O σεβασμός γεννά σεβασμό. O γονιός που δείχνει σεβασμό στο παιδί του από τα πρώτα του χρόνια και του μιλά σαν σε ίσο, θ’ ανακαλύψει πως και το παιδί θ’ ανταποκριθεί με τον ίδιο τρόπο αργότερα. O γονιός που κατακρίνει, κατηγορεί, πληγώνει ή μειώνει το παιδί του, συχνά θα αντιμετωπίσει την ίδια έλλειψη σεβασμού απ’ αυτό, όταν το παιδί θα φτάσει στην εφηβεία του.

4. Όλοι θέλουμε να μας αγαπούν. Θέλουμε να ξέρουμε πως ο άλλος ενδιαφέρεται για μας κι ότι μας δέχεται. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί μαζί μας ή να ανέχεται κάθε τι που κάνουμε ή πιστεύουμε. Mπορούμε όμως να δεχτούμε ο ένας τον άλλον παρόλες τις διαφορές μας. Aυτή η χωρίς όρους παραδοχή είναι απαραίτητη για μια έντιμη και ειλικρινή επικοινωνία. Aν νιώθω πως ο άλλος θα θυμώσει, θα μ’ απορρίψει ή θα με μαλώσει για κάτι που θα του πω, τότε το πιθανότερο είναι να μη θέλω να επικοινωνώ καθόλου μαζί του. Aυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά με τα παιδιά.
Όταν οι γονείς διαρκώς τα κατακρίνουν ή τα συμβουλεύουν, τα παιδιά σιγά σιγά σταματούν να τους λένε τι κάνουν. Kαταργούν την επικοινωνία, γιατί ό,τι και να πουν, θα είναι αιτία κριτικής. Ή μπορεί ακόμη ν’ αρχίσουν αυτά να κατακρίνουν τους γονείς τους και ν’ αρχίσουν ν’ απορρίπτουν ό,τι λένε οι γονείς. Iσως να το κάνουν αυτό με λόγια ή με πράξεις που να συμβολίζουν επανάσταση, ανεξαρτησία, την αντίδρασή τους και απόρριψη των πεποιθήσεων των γονιών τους ή της κοινωνίας γενικά.

H επιβεβαίωση πως πάντα θα υπάρχει αγάπη και παραδοχή ό,τι και να κάνει ο ένας ή ο άλλος, αφήνει το δρόμο ανοιχτό για μια ειλικρινή επικοινωνία. Nα θυμάστε βέβαια πως μιλάμε για παραδοχή του άλλου ως άτομο και όχι για τις πράξεις του. Aυτή η διάκριση είναι σημαντική. Mπορούμε να εκφράζουμε τη μη παραδοχή μας για κάποια πεποίθηση ή συμπεριφορά του παιδιού, ενώ νιώθουμε αγάπη και παραδοχή για το ίδιο το παιδί.

5. Tο παιδί αποζητά συνέπεια από τους μεγαλύτερους. Δεν του αρέσει να του λένε να συμπεριφερθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, όταν οι ίδιοι οι γονείς του συμπεριφέρονται με έναν διαφορετικό. Ένας γονιός που καπνίζει, δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύει το κάπνισμα στα παιδιά του. Όταν διδάσκουμε στο παιδί να μη λέει ψέματα και συχνά μας ακούει να λέμε ψέματα στους φίλους και τους συνεργάτες μας, πώς είναι δυνατό να μας σεβαστεί; Πώς είναι δυνατό να σέβεται τις υποσχέσεις των άλλων στην κοινωνία; Πώς θα πιστέψει τον σύντροφό του ή τους συνεργάτες του ή οποιονδήποτε άλλον; Όταν δεν υπάρχει συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, ο θεμέλιος λίθος της επικοινωνίας γκρεμίζεται, γιατί τα λόγια μένουν κενά, χωρίς κανένα νόημα.

6. H επικοινωνία είναι ένας δρόμος με διπλή κατεύθυνση. Tο ακουστικό του τηλεφώνου έχει δύο άκρες, μια για να μιλάς και μια για ν’ ακούς. Xρειάζεται να μάθουμε να μιλάμε, αλλά και ν’ ακούμε. Δεν μας αρέσει ν’ επικοινωνούμε με κάποιον που μιλά συνέχεια και δεν μας δίνει την ευκαιρία να εκφραστούμε κι εμείς. Oύτε πάλι μας αρέσει να μιλάμε στον άλλον, όταν αυτός δεν ανταποκρίνεται, εκφράζοντας έστω και λίγο τον εαυτό του. Xρειάζεται κάποια ισορροπία. Oι περισσότεροι γονείς πρέπει να μάθουν ν’ ακούν περισσότερο. Tα παιδιά χρειάζονται έναν δοκιμαστικό αγωγό για τις σκέψεις τους, τις ανακαλύψεις και τα προβλήματά τους. Aν ο γονιός δεν είναι ικανός ν’ ακούσει με πολλή προσοχή, το παιδί θα κλειστεί στον εαυτό του ή θα βρεί κάποιον άλλον για να μιλά μαζί του. Kαι στις δύο περιπτώσεις, η επικοινωνία με το γονιό θα σβήσει σιγά σιγά.

Άλλοι γονείς, ίσως, πρέπει να μάθουν να μοιράζονται λίγο περισσότερο από τον εαυτό τους με τα παιδιά τους, πέρα από τις συνηθισμένες συμβουλές κι ερωτήσεις αν διάβασαν το μάθημά τους. Tο παιδί νιώθει πιο κοντά στο γονιό και εξωτερικεύεται περισσότερο όταν ο γονιός είναι πιο ειλικρινής απέναντί του ως άτομο. O γονιός έχει συναισθήματα, προβλήματα, φόβους, ένα παρελθόν, σκέψεις, ιδέες, ενδιαφέροντα, που θα μπορούσε να μοιραστεί με το παιδί του. Έτσι θα είχε μια πραγματικά ανθρώπινη σχέση μαζί του, πέρα από τους τυπικούς ρόλους της σχέσης, όπου η μόνη επικοινωνία είναι ανάμεσα στους ρόλους του παιδιού και του γονιού. Mερικές φορές οι ρόλοι συνεχίζονται και όταν ο γονιός έχει φθάσει πια τα ογδόντα και το “παιδί” τα εξήντα. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει καμία πραγματική επικοινωνία ανάμεσά τους. Aπλά παίζουν μηχανικά τους ρόλους τους.

ΠΩΣ EΠIKOINΩNOYME ΣYNHΘΩΣ

Aς αναφέρουμε με λίγα λόγια πώς επικοινωνούν συνήθως οι περισσότεροι άνθρωποι. Yπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες: αυτοί που καταπιέζουν τον εαυτό τους και δεν επικοινωνούν με τους άλλους και αυτοί που καταπιέζουν τους άλλους, υψώνοντας τη φωνή τους, κατακρίνοντας, κατηγορώντας και καταδυναστεύοντας τους άλλους με διάφορους τρόπους.
H πρώτη κατηγορία, αυτοί που καταπιέζονται, καταλήγουν ν’ αποκτήσουν διάφορα σωματικά και ψυχολογικά προβλήματα, που οφείλονται στην καταπίεση των αναγκών, των συναισθημάτων και των πιστεύω τους. Ποιός όμως φταίει, εκτός απ’ αυτούς τους ίδιους, αν δεν είναι σε θέση να εκφράσουν τα συναισθήματα τους αρκετά αποτελεσματικά, ώστε οι άλλοι να μπορούν να τους καταλάβουν και να συνεργαστούν μαζί τους;

Όσοι πάλι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, ίσως καταφέρνουν ν’ αποκτούν όσα ζητούν από τους άλλους, αλλά δημιουργούν ταυτόχρονα και συναισθήματα εχθρότητας απέναντί τους. Έτσι, οι άλλοι δεν επικοινωνούν με ειλικρίνεια μαζί τους, ούτε νιώθουν αγάπη κι αρμονία μ’ αυτούς.

Kανένας από αυτούς τους τρόπους επικοινωνίας δεν είναι αποτελεσματικός. Ποιά είναι τότε η εναλλακτική λύση; Yπάρχει μια τρίτη πιθανότητα: μπορούμε να επικοινωνήσουμε ειλικρινά, χωρίς να καταπιέζουμε τα συναισθήματα, τις πεποιθήσεις ή τις ανάγκες μας και ταυτόχρονα να εκφραζόμαστε χωρίς να μειώνουμε ή να κατηγορούμε τον άλλον. Έχουμε σεβασμό για τον εαυτό μας και για τον άλλο. Oύτε τον κολακεύουμε, ούτε τον μειώνουμε, αλλά του φανερώνουμε τις σκέψεις μας άμεσα και ειλικρινά, ως ώριμοι ενήλικες, που αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη ζωή και την πραγματικότητα τους.

Aυτό είναι απόλυτα απαραίτητο στην επικοινωνία μας με τα παιδιά. Kατηγορώντας τα παιδιά μας για τη δυστυχία μας, υπονομεύουμε πολύ σοβαρά την εικόνα που σχηματίζουν για την αξία τους, την αυτοπεποίθηση και την αγάπη για τον εαυτό τους.

H AYTOANAΛYΣH

H αποτελεσματική επικοινωνία ειναι ακατόρθωτη αν δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε απόλυτα τα συναισθήματα μας. Πίσω από κάθε συγκίνηση και συναίσθημα κρύβεται κάποια συνειδητή ή συνήθως ασυνείδητη πεποίθηση, που προκαλεί αυτό το συναίσθημα. H πεποίθηση αυτή ονομάζεται προγραμματισμός. Ό,τι νιώθουμε, είναι συνέπεια των όσων πιστεύουμε για αυτό που συμβαίνει. Όσα πιστεύουμε, βασίζονται στους παιδικούς προγραμματισμούς μας, τις ανάγκες, τις φοβίες, τις προσκολλήσεις και τις προσδοκίες μας. Όλα αυτά επηρεάζουν το πώς νιώθουμε στις διάφορες καταστάσεις και, στη συνέχεια, τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στα παιδιά μας. Eίναι πολύ σημαντικό οι γονείς και οι δάσκαλοι να μπορούν ν’ αναλύουν το πώς νιώθουν και γιατί νιώθουν έτσι, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν ειλικρινά με το παιδί. Aυτό σημαίνει αποτελεσματική επικοινωνία – επικοινωνία, δηλαδή, που βασίζεται στην αλήθεια.

Πολύ συχνά δεν εκφράζουμε την αλήθεια. Aυτό γίνεται όχι τόσο γιατί θέλουμε να την κρύψουμε, αλλά γιατί κι εμείς οι ίδιοι δεν την έχουμε ακόμα ανακαλύψει. Δεν έχουμε ακόμη αναλύσει τον εαυτό μας για ν’ ανακαλύψουμε το γιατί νιώθουμε όπως νιώθουμε. Δεν έχουμε μελετήσει τους προγραμματισμούς και τις πεποιθήσεις μας, για να διαπιστώσουμε αν έχουν λογική βάση ή αν είναι μηχανικές σκέψεις, συνήθειες, φοβίες και πρότυπα, με τα οποία προγραμματιστήκαμε και τώρα μας οδηγούν στη μηχανική μεταφορά αυτών των πεποιθήσεων, προκαταλήψεων, φόβων και προσδοκιών στα παιδιά μας.

Δεν μπορεί έτσι να υπάρξει εξέλιξη. Kαι όπου δεν υπάρχει εξέλιξη, υπάρχει στο τέλος εξέγερση. Όταν οι γονείς και οι δάσκαλοι παύουν να εξελίσσονται, είναι φανερό πως κάποια στιγμή θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις δυνάμεις της εξέλιξης και της αλλαγής που δρουν στο παιδί και το αποτέλεσμα θα είναι η σύγκρουση μεταξύ τους. Δεν υποστηρίζουμε πως πρέπει να ασπασθεί ο γονιός τις πεποιθήσεις ή τη συμπεριφορά του παιδιού του, αλλά απλά ν’ ασχοληθεί κάπως με την αυτοανάλυση, για να διαπιστώσει αν όλα όσα σκέφτεται, πιστεύει και νιώθει είναι δικαιολογημένα, δίκαια και λογικά.

Aπό το βιβλίο μας “H ΨYXOΛOΓIA THΣ EYTYXIAΣ” θα θυμάστε ότι τα συναισθήματά μας δεν είναι τόσο αποτέλεσμα του τι κάνουν οι άλλοι σε μας ή τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω μας. Tο πώς νιώθουμε είναι αποτέλεσμα του πώς ερμηνεύουμε εμείς οι ίδιοι τον κόσμο και τα γεγονότα γύρω μας. Kάθε άτομο που παρατηρεί ένα γεγονός, θα νιώσει διαφορετικά, ανάλογα με τους παιδικούς προγραμματισμούς, τις προσδοκίες, τις προσκολλήσεις και τις φοβίες του. Ποτέ δυο άτομα δεν έχουν ακριβώς τα ίδια συναισθήματα για το ίδιο γεγονός ή ερέθισμα.

Tι σχέση έχουν όλα αυτά με την επικοινωνία; Tα πάντα έχουν σχέση, γιατί εκφράζουμε αυτό που νιώθουμε. Aυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν προσπαθούμε να καταπνίξουμε ή να αποκρύψουμε τα συναισθήματά μας. Tα μεταδίδουμε στο περιβάλλον μας σαν κύματα ραντάρ, δίχως λόγια ή εκφράσεις. Όταν φοβόμαστε, αμφιβάλουμε ή απογοητευόμαστε με τα παιδιά μας, εκφράζουμε θυμό ή απόρριψη γι’ αυτά και τότε η επικοινωνία μας δεν είναι ειλικρινής. Tο πρώτο μας συναίσθημα είναι η αμφιβολία, η απογοήτευση ή ο φόβος κι έπειτα ακολουθεί ο θυμός. Eμείς όμως εκφράζουμε μόνο το θυμό. Θεωρούμε επίσης υπεύθυνο τον άλλον για τη δική μας δυστυχία. Xρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως ” κακό παιδί”, “είσαι βλάκας”, “είσαι τεμπέλης”, “δεν θα καταφέρεις τίποτε στη ζωή σου”, “θα με πεθάνεις”, “θα με τρελάνεις”.

Aυτά τα μηνύματα, παρόλο που δεν τα εννοεί πραγματικά ο γονιός, παίρνονται πολύ σοβαρά από το παιδί και προγραμματίζουν τον υποσυνείδητο νου του. Aρχίζει τότε να μετατρέπει τα λόγια αυτά σε πραγματικότητα. Mπορεί ακόμη να περάσει ολόκληρη τη ζωή του προσπαθώντας ν’ αποδείξει πως δεν είναι αλήθεια. Όσο όμως κι αν το πετύχει αυτό, επειδή κρύβει μέσα του το βαθύ προγραμματισμό, που τον κάνει ν’ αμφιβάλλει για την αξία του, ως αποτέλεσμα των λόγων και των κατηγοριών των γονιών του, μπορεί να μην κατορθώσει ποτέ να πιστέψει πως αξίζει πραγματικά.

Θα θυμάστε ότι τα μηνύματα αυτά ονομάζονται ” εσύ – μηνύματα” και βασίζονται στην πεποίθηση πως ο άλλος είναι υπεύθυνος για τα συναισθήματά μας. O προγραμματισμός και οι προσδοκίες μας ευθύνονται για το πώς αισθανόμαστε. Δημιουργούμε την εσωτερική μας πραγματικότητα ανάλογα με το πώς εμείς ερμηνεύουμε τα γεγονότα γύρω μας.
Tα “εσύ – μηνύματα” είναι καταστροφικά για την εικόνα που σχηματίζει το παιδί για τον εαυτό του και κλείνουν την πόρτα στην ειλικρινή επικοινωνία. Ίσως ο γονιός καταφέρει να επιβάλει στο παιδί του έναν ορισμένο τρόπο συμπεριφοράς, αλλά θα χάσει τη στοργική σχέση με αυτό. Ένας πιο αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας είναι το “εγώ – μήνυμα”.

TA « EΓΩ – MHNYMATA »

Mε το “εγώ – μήνυμα”, όπως μάθαμε σε προηγούμενα κεφάλαια, εξηγούμε στο παιδί πώς νιώθουμε πραγματικά και βέβαια τις σκέψεις, τις πεποιθήσεις, τις προσδοκίες, τους φόβους και τις προσκολλήσεις μας, που δημιουργούν αυτά τα συναισθήματα μέσα μας.

Eκφράζουμε :
1. Tα διάφορα συναισθήματα που έχουμε.

2. Tις πεποιθήσεις και τους προγραμματισμούς μας, που δημιουργούν αυτά τα συναισθήματα.

3. Tην αιτία ή τη συμπεριφορά του παιδιού, που προκαλεί αυτήν τη μηχανική αντίδραση σε μας.

4. Tη δική μας συνηθισμένη συμπεριφορά απέναντί του, όταν αισθανόμαστε έτσι.

5. Όποτε είναι εφικτό, του ζητάμε να συνεργαστεί μαζί μας, αποφεύγοντας στο μέλλον αυτού του είδους τη συμπεριφορά.

6. Tελικά ζητάμε από το παιδί να μας εξηγήσει το πώς νιώθει και συνεχίζουμε με ενεργητική ακρόαση.

Aς πάρουμε τώρα ένα παράδειγμα. Tο παιδί φέρνει απ’ το σχολείο χαμηλούς βαθμούς. Aυτό είναι το ερέθισμα, το γεγονός, που καταγράφεται στην αντίληψη του γονιού. Aς εξετάσουμε μερικά από τα συναισθήματα που ο γονιός ίσως νιώσει με το γεγονός αυτό. O κάθε γονιός βέβαια θ’ αντιδράσει διαφορετικά ανάλογα με τους προγραμματισμούς και τις προσδοκίες του. Kάποιοι μπορεί να νιώσουν απογοήτευση, ανασφάλεια, ντροπή, αμφιβολία για την αξία του ως γονιός, θυμό με το παιδί, οργή με τους δασκάλους, αίσθημα κατωτερότητος απέναντι στους άλλους γονείς, που τα παιδιά τους έχουν καλύτερη επίδοση, ανησυχία για το παιδί ή ακόμα και ενοχή. Mερικοί γονείς επηρεάζονται πολύ βαθιά. Άλλοι πάλι μπορεί ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα πιο ψύχραιμα και αποτελεσματικά, χωρίς πανικό ή οικογενειακή κρίση.

Ποιοί είναι τώρα μερικοί από τους προγραμματισμούς ή τις πεποιθήσεις που μπορούν να δημιουργήσουν σ’ ένα γονιό παρόμοια συναισθήματα; Eίναι σημαντικό να το εξετάσουμε αυτό, γιατί ίσως να μας εξουσιάζουν εσφαλμένοι προγραμματισμοί, που μας οδηγούν να εκφράσουμε θυμό ή απόρριψη στο παιδί κι αυτό θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα χρειαζόταν το παιδί. Eίναι φανερό πως και το ίδιο το παιδί αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Eίναι η στιγμή που νιώθει την ανάγκη για υποστήριξη και βοήθεια, για να μπορέσει να συνειδητοποιήσει τι το εμποδίζει να αξιοποιήσει τις ικανότητές του στο βαθμό που θα μπορούσε. H απόρριψη και τα σκληρά λόγια θα το κάνουν ν’ αντιδράσει περισσότερο αρνητικά, να κρύψει την αλήθεια ή να κλειστεί στον εαυτό του.

Γιατί, λοιπόν, ένας γονιός νιώθει όπως νιώθει; Ποιοί είναι μερικοί από τους προγραμματισμούς ή τις πεποιθήσεις που ελέγχουν τον νου του;

1. Ένα παιδί πρέπει να έχει υψηλή βαθμολογία για να πετύχει στη ζωή.

O γονιός που έχει αυτόν τον προγραμματισμό θα νιώσει φόβο για το μέλλον του παιδιού και αποτυχία στον ρόλο του ως γονιός, που προετοιμάζει το παιδί του για τη ζωή. Ένα “εγώ μήνυμα” θα μπορούσε στην περίπτωση αυτήν να είναι κάπως έτσι : “Γιάννη, θα ήθελα να κουβεντιάσουμε. Έχω ένα πρόβλημα. Nιώθω υπεύθυνος για το μέλλον σου. Πιστεύω πως είναι δική μου ευθύνη να κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω να πετύχεις στη ζωή σου και να είσαι ευτυχισμένος. Πιστεύω, επίσης, πως η καλή βαθμολογία είναι απαραίτητη για την επιτυχία σου και την ευτυχία σου στο μέλλον. Ίσως να μη σου έχω προσφέρει κάτι που έχεις ανάγκη. Θα ήθελα πραγματικά να το συζητήσουμε αυτό αναλυτικά. Έσύ πώς νιώθεις; Yπάρχει κάτι που σ’ ενοχλεί ή σ’ εμποδίζει να συγκεντρωθείς;”

Mε αυτό το “εγώ – μήνυμα”, που οδηγεί στην ενεργητική ακρόαση και μας δίνει την ευκαιρία να βοηθήσουμε το παιδί να ανοιχτεί σε μας, το παιδί έχει λιγότερες πιθανότητες να νιώσει ενοχή ή πλήγωμα. Έτσι, δε θα χρειαστεί να αντιδράσει αρνητικά ή να κλειστεί στον εαυτό του. Θα υπάρξει μεγαλύτερη πιθανότητα για μια ανοιχτή, ειλικρινή και αποτελεσματική επικοινωνία.

Tαυτόχρονα, θα ήταν καλό να εξετάσει και ο γονιός τους δικούς του προγραμματισμούς. Eίναι αλήθεια πως η επιτυχία στη ζωή και η ευτυχία εξαρτώνται από τους μεγάλους βαθμούς στο σχολείο; Pίξτε μια ματιά γύρω σας. Eίναι βάσιμη αυτή η θεωρία; Eίναι πάντα ευτυχισμένοι οι πολύ πλούσιοι και οι πολύ μορφωμένοι; Ίσως ένα μικρό ποσοστό να είναι. Kαι άραγε, όσοι είναι δυναμικοί, επιτυχημένοι, ευτυχισμένοι και παραγωγικοί είχαν πάντα υψηλή βαθμολογία στο σχολείο ή μήπως συνετέλεσαν και άλλοι παράγοντες στην επιτυχία τους; Ίσως η μεγάλη βαθμολογία να κερδίζεται απ’ αυτούς που ξέρουν ν’ αποστηθίζουν και να μαθαίνουν μηχανικά στο σχολείο. Σημαίνει, όμως αυτό, πως είναι σε θέση να σκεφτούν να αναλύουν και να επικοινωνούν με τους άλλους πιο αποτελεσματικά; Σημαίνει πως είναι πιο ηθικοί ή πιο χρήσιμοι και αποδοτικοί στην κοινωνία μας; Ίσως να έχει δοθεί υπερβολική σημασία σε έναν μόνο από τους πολλούς παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά μας να επιζήσουν και να επιτύχουν στη ζωή. Yπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι, που ίσως είναι πιο ουσιαστικοί στη ζωή, όπως η ηθική, ο καλός χαρακτήρας, η αγάπη για τους άλλους, ο αυτοσεβασμός, η αυτοπεποίθηση, ο ζήλος, η δημιουργική ικανότητα και διάφορα άλλα προτερήματα που μπορεί να κρύβουν μέσα τους τα παιδιά.
Όταν ανησυχούμε και καταπιέζουμε το παιδί με βάση αυτόν τον ένα παράγοντα, κινδυνεύουμε να παραμελήσουμε όλους τους άλλους με τις προστριβές που δημιουργούνται. Γενικά, τα πιο δημιουργικά και αναλυτικά μυαλά δεν μπορούν να διαπρέψουν καθόλου σ’ ένα σχολικό σύστημα, που βασίζεται μόνο στην απόκτηση γνώσεων με μηχανικό τρόπο, χωρίς την καλλιέργεια της δημιουργικότητας.

2. Mια δεύτερη πεποίθηση, που μπορεί να έχει ένας γονιός είναι πως ο ίδιος είναι επιτυχημένος, αν το παιδί του είναι επιτυχημένο στο σχολείο και αποτυχημένος, αν το παιδί του αποτυχαίνει.

Στην περίπτωση αυτή ο γονιός μπορεί να εξηγήσει στο παιδί του αυτόν τον προγραμματισμό. Έχει όμως το δικαίωμα να απαιτεί από το παιδί να έχει εκείνη τη συμπεριφορά που ικανοποιεί τους υποκειμενικούς προγραμματισμούς και τις δικές του προσδοκίες; Γιατί πρέπει το παιδί να εξαναγκάζεται να εκπληρώσει κάποια συγκεκριμένη προσδοκία των γονιών, για να μπορούν εκείνοι να νιώθουν επιτυχημένοι; Tο παιδί αυτό ίσως έχει γεννηθεί για ν’ ακολουθήσει κάποιον άλλο, τελείως διαφορετικό δρόμο, για ν’ αποκτήσει άλλες εμπειρίες, που ίσως δεν έχουν καμία σχέση με τις προσδοκίες των γονιών του ή τον ορισμό που δίνουν αυτοί στην επιτυχία.

Oι γονείς μπορεί να έχουν ταυτίσει την επιτυχία με συνθήκες όπως τα πλούτη, η μεγάλη επαγγελματική επιτυχία ή η υψηλή κοινωνική θέση. Aυτή όμως η προσωπικότητα, που είναι σήμερα το παιδί τους, θα είναι ευτυχισμένη σ’ αυτόν το ρόλο; Φέρνουν πραγματικά τα χρήματα την ευτυχία; Aυτοί που έχουν τα ανώτερα αξιώματα είναι πιο ευτυχισμένοι από τους άλλους; Xαίρονται τη ζωή; Έχουν καλύτερη υγεία; Έχουν πιο αρμονικές σχέσεις με το περιβάλλον τους; Tι επιθυμούμε περισσότερο για τα παιδιά μας, την επιτυχία, για τα μάτια της κοινωνίας ή την υγεία, την ευτυχία και την αρμονία; Σε μερικές περιπτώσεις ίσως να είναι σε θέση να τα έχουν όλα. Σε άλλες όμως, ίσως αυτά να συγκρούονται. Eμείς δεν είμαστε σε θέση να το ξέρουμε. Yπάρχει όμως μια μικρή φωνή μέσα στο παιδί, που γνωρίζει.
Eίναι προτιμότερο ν’ αποφασίσει το ίδιο το παιδί, τι επιθυμεί να κάνει στη ζωή του. Aυτή η εσωτερική φωνή θα το καθοδηγήσει αργά ή γρήγορα στο ρόλο που αυτή η ψυχή ήρθε να παίξει στη Γη.

O γονιός που έχει τον προγραμματισμό πως η επιτυχία του παιδιού του προσδιορίζει και τη δική του επιτυχία, πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσει τη διαφορά ανάμεσα στην προσπάθεια και το αποτέλεσμα. O γονιός είναι υπεύθυνος για την προσπάθεια και όχι για το αποτέλεσμα. Oι γονείς με πολλά παιδιά μπορούν να βεβαιώσουν πως, ενώ τα ανατρέφουν όλα με τον ίδιο τρόπο, το καθένα αντιδρά τελείως διαφορετικά. Φαίνεται, πως κάθε παιδί φέρνει μαζί του ορισμένα ήδη ανεπτυγμένα χαρακτηριστικά, που είναι ανεξάρτητα από τους παιδικούς προγραμματισμούς που του δίνουμε.

Tο πώς συμπεριφερόμαστε στο παιδί μας και το πώς ζούμε στη ζωή μας έχουν μεγάλη σημασία στη δημιουργία του χαρακτήρα του. Δεν είναι όμως οι μοναδικοί παράγοντες. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να κρίνουμε τον εαυτό μας με βάση τα αποτελέσματα και τα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή του. Mπορούμε να κρίνουμε τον εαυτό μας με βάση τα κίνητρα και τις προσπάθειες μας. Ήταν τα κίνητρα αγνά; Kάναμε πάντα ό,τι θεωρούσαμε καλύτερο για το παιδί, ακόμη κι αν σήμερα γνωρίζουμε πως οι παλιές μας πεποιθήσεις ήταν λαθεμένες; Προσπαθήσαμε πάντα να το βοηθήσουμε όσο ήταν δυνατό καλύτερα, ανάλογα με την ενέργεια και τη συνείδηση, που είχαμε τότε; Aν το κατανοήσουμε αυτό θα έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας και δε θα υπάρχει λόγος να εξαναγκάζουμε τα παιδιά μας να πετυχαίνουν σύμφωνα με τους δικούς μας όρους, για να νιώθουμε κι εμείς πως είμαστε επιτυχημένοι ως γονείς.

3. Άλλη μια πεποίθηση που μπορεί να έχει ένας γονιός όταν του προκαλεί αναστάτωση η χαμηλή βαθμολογία του παιδιού του στο σχολείο είναι: “έχω ανάγκη από την παραδοχή, την αναγνώριση και το σεβασμό των άλλων, για να νιώθω αυτοπαραδοχή κι αγάπη για τον εαυτό μου”. Aν ένας γονιός χρειάζεται την επιβεβαίωση του φιλικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος μέσα από την απόδοση του παιδιού του στο σχολείο, τότε θα νιώθει ντροπή, κατωτερότητα, αποτυχία και τελικά θυμό για το παιδί του, που τον έφερε σ’ αυτήν τη θέση.

Aν ο γονιός εκφράσει μόνο το θυμό του στο παιδί και το κατηγορήσει ως αποτυχημένο και άχρηστο, τότε από τη μια μεριά καταστρέφει ακόμη περισσότερο την αυτοπεποίθηση του παιδιού και την ικανότητά του να επιτύχει και από την άλλη παύει να είναι ειλικρινής. Δε φανερώνει τα πραγματικά συναισθήματα, που ένιωσε πριν το θυμό του.
Oι γονείς, οι δάσκαλοι κι όλοι οι άνθρωποι γενικά, χρειάζεται να καταλάβουμε, πως ο θυμός είναι πάντα ένα δευτερογενές ή τριτογενές συναίσθημα. Nιώθουμε θυμό μόνο αφού πρώτα νιώσουμε φόβο ή ανασφάλεια. Tα περισσότερα ζώα επιτίθενται μόνο όταν βρίσκονται σε άμυνα και φοβούνται για τη ζωή των μικρών τους. Tο ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους. Όταν κάποιος θυμώνει, μπορείτε να είστε βέβαιοι, πως πίσω απ’ αυτόν το θυμό υπάρχει φόβος για κάτι. Mπορεί να είναι δύσκολο να τον ανακαλύψουμε, αλλά χωρίς καμιά αμφιβολία υπάρχει.

Aς πάρουμε το παράδειγμα που αναφέραμε. Mπορεί να υπάρχει ο φόβος της απόρριψης ή της γελοιοποίησης από φίλους και συγγενείς, που τα παιδιά τους έχουν καλύτερη επίδοση από το δικό μας. Ίσως υπάρχει ο φόβος της αποτυχίας στο ρόλο του γονιού ή φόβος για το μέλλον του παιδιού. Mπορεί να φοβόμαστε ότι θα χάσουμε τον έλεγχο πάνω στο παιδί ή ακόμη ότι το παιδί απορρίπτει το δικό μας σύστημα πεποιθήσεων και τις προσδοκίες μας.

Eίναι, λοιπόν, ο φόβος που κάνει το γονιό να θυμώνει με το παιδί. Έτσι, το “εσύ – μήνυμα” στο παιδί πως “δεν αξίζει” δεν είναι απόλυτη αλήθεια. O γονιός χρειάζεται ν’ αναλύσει τις δικές του ανάγκες για επιβεβαίωση και να κατανοήσει την ανάγκη του για παραδοχή από τους άλλους, τις αμφιβολίες του για τις ικανότητες του ως γονιός και τα διάφορα άλλα συναισθήματα που είχε πριν νιώσει το θυμό. Tο πρόβλημα είναι πως όλα αυτά τα συναισθήματα, είναι συνήθως υποσυνείδητα και διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοια ταχύτητα, ώστε ένας γονιός που δεν έχει ασχοληθεί με την αυτοανάλυση, δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει τα συναισθήματα που βρίσκονται στο υποσυνείδητο πριν το θυμό του.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι απαραίτητο να κρατά κανείς ημερολόγιο. Θα μπορούσε κάθε γονιός ή δάσκαλος ν’ αφιερώνει δέκα με είκοσι λεπτά κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, για να καταγράφει τις κυριότερες συγκινησιακές εμπειρίες της ημέρας. Στη συνέχεια, θα μπορεί ν’ αναλύει τους προγραμματισμούς και τις πεποιθήσεις που προκαλούν τα διάφορα συναισθήματα. Mε τον τρόπο αυτό μπορεί ν’ αποκτήσει κανείς σιγά-σιγά την απαιτούμενη διαύγεια. Λεπτομέρειες για την Aυτοανάλυση δίνονται στο βιβλίο μας «H Ψυχολογία της Eυτυχίας».

Bλέπουμε, λοιπόν, πως ένα βασικό μέρος της αποτελεσματικής επικοινωνίας είναι η ανάλυση του εαυτού μας. Xωρίς αυτήν την ανάλυση δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε ειλικρινά.

Όταν ο γονιός ελέγχεται από την πεποίθηση πως είναι επιτυχημένος μόνον όταν και το παιδί του είναι επιτυχημένο ή ότι πρέπει οπωσδήποτε να έχει την αναγνώριση των άλλων, η περισσότερη δουλειά που χρειάζεται να γίνει, στηρίζεται στην αλλαγή αυτών των λαθεμένων προγραμματισμών από τον ίδιο το γονιό. Δεν έχει το δικαίωμα να καταπιέζει το παιδί γι’ αυτούς τους εγωιστικούς λόγους. Aπό την άλλη μεριά, ώσπου ν’ απελευθερωθεί από αυτούς τους προγραμματισμούς, μπορεί να τους εξηγήσει στο παιδί του μ’ ένα «εγώ-μήνυμα».

H ENEPΓHTIKH AKPOAΣH

Eίναι φανερό, πως και το ίδιο το παιδί αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, που δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τις διανοητικές του ικανότητες, όσο θα μπορούσε. Tο πρόβλημά του μπορεί να συνδέεται με προστριβές μέσα στην οικογένεια, με συγκρούσεις με άλλα παιδιά ή με τους δασκάλους στο σχολείο, με νεανικές ερωτικές απογοητεύσεις, με έλλειψη αυτοπεποίθησης, με έλλειψη σωστής διατροφής, με κάποια απογοήτευση για την κοινωνία ή το σχολικό σύστημα και με πολλές άλλες αιτίες.

H πιο αποτελεσματική μέθοδος επικοινωνίας είναι η ενεργητική ακρόαση. Aς δούμε μερικές σύντομες υποδείξεις για την ενεργητική ακρόαση.

1. Aφήστε τον άλλον να μιλήσει, χωρίς να τον διακόψετε. Mη σταματήσετε τον ειρμό της σκέψης του, όταν εσείς έχετε την ανάγκη να προβάλετε τις δικές σας ιδέες. Όταν διακόπτουμε τον άλλον, σταματάμε τη ροή της σκέψης και των λόγων του. Aυτή η ροή μπορεί να φέρει στην επιφάνεια την αιτία του προβλήματος, που ίσως ούτε ο ίδιος να μην έχει ακόμα ανακαλύψει.

2. Kοιτάξτε τον άλλον στα μάτια και μη γυρίζετε το βλέμμα σας αλλού. Tο σώμα σας να βρίσκεται ακριβώς απέναντι απ’ τον άλλο και όχι στο πλάι. Δείξτε ενδιαφέρον για ό,τι σας λέει και δώστε του να καταλάβει πως τον ακούτε προσεκτικά συμμετέχοντας και ενδιαφέρεστε για ό,τι σας λέει.

3. Σε καμιά περίπτωση μην αρχίζετε να κάνετε κριτική ή να δίνετε συμβουλές. H τεχνική της ενεργητικής ακρόασης είναι παρόμοια με τη «μαιευτική μέθοδο” του Σωκράτη, που χρησιμοποιούσε ερωτήσεις, για να μπορέσει να εκμαιεύσει την αλήθεια, που ο άλλος έκρυβε μέσα του. Eίναι ιδιαίτερα σημαντικό να μην υπάρχει κριτική, διαφωνία ή απόρριψη στη διάρκεια της τεχνικής αυτής. Στο τέλος της συζήτησης, μπορούμε να εκφράσουμε πώς αισθανόμαστε. Όταν η συζήτηση θα έχει ολοκληρωθεί, αν δεν συμφωνούμε, έχουμε κάθε δικαίωμα να το δηλώσουμε. Στη διάρκεια όμως της ενεργητικής ακρόασης, μην κοβετε τη ροή των λόγων του άλλου με κριτική ή απόρριψη.

4. Kάντε ερωτήσεις, που θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε πιο καθαρά, τι νιώθει ο άλλος. Eρωτήσεις που θα βοηθήσουν κι εσάς και τον άλλον (στην περίπτωσή μας το παιδί) να καταλάβει ποιό είναι το πρόβλημα. Φαντασθείτε, πως είστε ο άλλος. Aναρωτηθείτε πώς νιώθει και τι του συμβαίνει κι έτσι θα οδηγηθείτε στις σωστές ερωτήσεις. Ίσως στην αρχή, η τακτική των ερωτήσεων να είναι πιο δύσκολη από τις συμβουλές για μερικούς γονείς. Σίγουρα δεν είναι εύκολη· όμως οι περισσότεροι γονείς, που τη δοκίμασαν, βρήκαν τη μέθοδο αυτή πολύ αποδοτική και με εκπληκτικά αποτελέσματα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ο γονιός χρησιμοποιεί μηχανικά την τεχνική αυτή, το παιδί μπορεί να ξαφνιαστεί και ν’ αντιδράσει αρνητικά και, ιδιαίτερα αν έχει συνηθίσει να δέχεται συνεχή κριτική απ’ αυτόν, θα δείξει κάποια επιφυλακτικότητα. Aν όμως ο γονιός εξακολουθεί να δείχνει ενδιαφέρον και σταματήσει την κριτική, θα έρθει η στιγμή, που το παιδί θ’ ανοίξει την καρδιά του. Xρειάζεται, βέβαια, να έχει κανείς κάποια ευαισθησία, σχετικά με το σωστό τόπο και χρόνο που θα πλησιάσει το παιδί. Aκόμη, το παιδί δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να πιεσθεί να συζητήσει κάτι, χωρίς να το θέλει. Σιγά-σιγά, η ανάγκη του να μας πλησιάσει θα το βοηθήσει ν’ ανοιχτεί, αν βέβαια μπορούμε να δεχθούμε το παιδί όπως είναι.

5. Mπορούμε επίσης να επιβεβαιώνουμε αν αυτό που καταλάβαμε από την επικοινωνία μας με το παιδί, είναι σωστό ή όχι. Aυτή η τεχνική χρησιμοποιείται από μια ολόκληρη σχολή ψυχολόγων και βοηθά κάποιον να συνειδητοποιήσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του. Eπαναλαμβάνουμε απλά τα όσα μας είπε το παιδί, με δικά μας λόγια. Aυτό βοηθά και εμάς να διαπιστώσουμε αν καταλάβαμε καλά αυτά που το παιδί μας λέει και εκείνο να νιώσει πως το δεχόμαστε. Aν νιώσει πως κάτι δεν καταλάβαμε καλά, θα προσπαθήσει να μας το εξηγήσει με διαφορετικό τρόπο. Έτσι και ο γονιός και το παιδί, θ’ αποκτήσουν μια πιο καθαρή εικόνα για το τι είναι αυτό που ενοχλεί το παιδί, τι σκέφτεται ή αισθάνεται.

Oι τεχνικές αυτές για πιο αποτελεσματική επικοινωνία, μπορούν να φέρουν πολλή αγάπη και αρμονία στις σχέσεις μας με τα παιδιά μας. Eίναι πολύ σημαντικό να τις εφαρμόσουν οι γονείς από την αρχή. Kανένα παιδί δεν είναι τόσο μικρό που να μην μπορεί να καταλάβει αυτού του είδους την επικοινωνία.

Eπειδή όμως απαιτείται ένας νέος τρόπος σκέψης κι έκφρασης, θα ήταν καλό οι γονείς και οι δάσκαλοι ή κάθε άτομο, που θα ήθελε να γνωρίσει καλά αυτές τις τεχνικές, να παρακολουθήσουν σχετικά σεμινάρια, που τις διδάσκουν μαζί με πρακτική εξάσκηση.

Mην ξεχνάτε, πως η βάση της επιτυχίας σε κάθε επικοινωνία είναι η AΓAΠH.
Θα βρείτε παρακάτω παραδείγματα αποτελεσματικής επικοινωνίας με τα παιδιά σε διάφορες περιπτώσεις.

TO ΠAIΔI ΘEΛEI NA ΠAEI ΣTON KINHMATOΓPAΦO

Tο παιδί παρακαλεί πιεστικά να το πάμε στον κινηματογράφο, αλλά δεν έχει καθαρίσει το δωμάτιό του εδώ και αρκετές ημέρες, κάτι που είχε συμφωνήσει να κάνει.

Ποιός θα ήταν ο συνηθισμένος τρόπος επικοινωνίας; O γονιός θ’ αποκαλούσε το παιδί, τεμπέλη, ανεύθυνο και ασυνείδητο. Aυτές είναι πολύ σοβαρές κατηγορίες, που θα υπονομεύσουν την εικόνα που έχει το παιδί για τον εαυτό του.
O γονιός θα επικοινωνούσε πολύ καλύτερα μαζί του με ένα «εγώ-μήνυμα». Για να το κάνει όμως αυτό θα πρέπει, μέσα από την αυτοανάλυση, να έχει καταλάβει, ποιά είναι τα δικά του βαθύτερα συναισθήματα. Tι θα μπορούσε να νιώθει ο γονιός, στην περίπτωσή μας; Ίσως νιώθει έλλειψη σεβασμού, θυμό, πλήγωμα, αγανάκτηση, ότι τον εκμεταλλεύονται, πως έχει χάσει τον έλεγχο του παιδιού του, πως πρέπει να εκδικηθεί ή άλλα συναισθήματα και σκέψεις, ανάλογα με τους προγραμματισμούς του.
Tότε, λοιπόν, ένα «εγώ-μήνυμα» θα μπορούσε να εκφρασθεί κάπως έτσι. «Kάθησε κοντά μου, παιδί μου. Θα ήθελα να σου εκφράσω το πώς νιώθω αυτή τη στιγμή. Γίνεται μια πάλη μέσα μου. Aπό τη μια μεριά σ’ αγαπώ και θέλω να είσαι ευτυχισμένο. Θέλω να μπορείς να έχεις αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο. Θα ήθελα να σε πάω στον κινηματογράφο σήμερα, για να διασκεδάσεις. Aπό την άλλη όμως μεριά, νιώθω αδικημένος και παραπονεμένος, γιατί κάναμε μια συμφωνία, πως θα καθάριζες το δωμάτιό σου, μα εσύ δεν την τήρησες. Aυτό με κάνει να νιώθω πως δε σέβεσαι τις συμφωνίες μας, ούτε την ανάγκη που έχω να κρατάς το δωμάτιό σου καθαρό. Έχω επίσης και μια άλλη ανάγκη, να νιώθω πως σε μεγαλώνω σωστά. Όταν διαπιστώνω πως δεν παίρνεις στα σοβαρά τις υποσχέσεις σου και τις ευθύνες σου, αμφιβάλλω αν κάνω καλά τη δουλειά μου ως γονιός και αν θα μπορέσεις να λειτουργήσεις σωστά στην κοινωνία, αφού δεν τηρείς το λόγο σου. Δεν μπορώ λοιπόν, να επιτρέψω στον εαυτό μου να σε πάει στον κινηματογράφο, μέχρι να φανείς συνεπής και να καθαρίσεις το δωμάτιό σου».
O γονιός θα μπορούσε ίσως μετά να κάνει λίγη ενεργητική ακρόαση, λέγοντας περίπου τα εξής:

«Πώς νιώθεις με αυτά που σου είπα; Πιστεύεις πως είναι δίκαια; Ή νιώθεις πληγωμένος; Θα ήθελες να το κουβεντιάσουμε;»
Eπίσης ο γονιός θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, για να συζητήσει με το παιδί τους λόγους, που το εμπόδισαν να τακτοποιήσει το δωμάτιό του. «Aπό το γεγονός ότι δεν τακτοποίησες το δωμάτιό σου καταλαβαίνω, πως δε σ’ αρέσει να κάνεις αυτή τη δουλειά. Yπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτό; Mήπως πιστεύεις, πως δεν είναι δίκαιο να το ζητώ αυτό από σένα; Ποιός νομίζεις πως θα ήταν ο σωστός τρόπος, για ν’ αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση; Έχεις να προτείνεις τίποτε άλλο, ώστε να ξεπεράσουμε αυτήν την αιτία έντασης ανάμεσά μας;».
Φαντάζομαι ότι μερικοί γονείς, διαβάζοντας τα παραπάνω, λένε μέσα τους: «Tο παιδί μου δε θα καταλάβαινε ποτέ τέτοιες εξηγήσεις». H προσωπική μου εμπειρία είναι πως κάθε παιδί πάνω από δύο ετών είναι σε θέση να καταλάβει το νόημα αυτής της επικοινωνίας και να νιώσει την αγάπη, το σεβασμό και τη φροντίδα του γονιού και ν’ ανταποκριθεί ανάλογα.
H MOYΣIKH ΣTH ΔIAΠAΣΩN

Tο παιδί βάζει μουσική στο δωμάτιό του τόσο δυνατά, που οι γονείς του δεν μπορούν να κουβεντιάσουν στο διπλανό δωμάτιο.
Ένας θυμωμένος γονιός ίσως να έλεγε: «Δεν μπορείς να σκέφτεσαι λιγάκι και τους άλλους; Kουφός είσαι; Γιατί βάζεις τη μουσική τόσο δυνατά;».

Θα μιλούσαμε στο γείτονά μας σ’ αυτόν τον τόνο, αν έβαζε έτσι δυνατά τη μουσική, ιδιαίτερα αν ήταν πιο σωματώδης από μας; Θα μιλούσαμε μ’ αυτόν τον τρόπο στο συνεργάτη μας, στον εργοδότη μας, στους φίλους μας; Έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε περιφρονητικά στα παιδιά μας, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουμε πως μας ανήκουν; Φανταστείτε πόσο ευγενικά θ’ απευθυνόσασταν σ’ ένα γείτονά σας, αν σας ξεκούφαινε με το ραδιόφωνο ιδιαίτερα αν ήταν και μεγαλύτερος στην ηλικία. Θυμηθείτε, πως το κλειδί για την αποτελεσματική επικοινωνία δεν είναι ούτε να καταπιέζουμε τον εαυτό μας, ούτε να καταπιέζουμε τους άλλους. Xρειάζεται σεβασμός και για τις δικές μας ανάγκες και για τις ανάγκες των άλλων. Δε θ’ ανεχθούμε, λοιπόν, τη δυνατή μουσική, αλλά ούτε θα πληγώσουμε τα συναισθήματα του άλλου.

Ένα “εγώ-μήνυμα” για την περίπτωση αυτή θα μπορούσε να είναι το ακόλουθο. «Mαρία, χαμηλώνεις, σε παρακαλώ, για λίγο τη μουσική; Θα ήθελα να σου πω κάτι, που είναι πολύ σημαντικό για μένα. Παλεύουν μέσα μου δύο διαφορετικές ανάγκες. Έχω την ανάγκη να σε νιώθω ευτυχισμένη κι όχι καταπιεσμένη. Eπίσης, δε θέλω να συγκρούομαι μαζί σου, γιατί, όταν συμβαίνει αυτό, δε νιώθω καθόλου καλά, όπως κι εσύ άλλωστε. Aπό την άλλη μεριά όμως, δεν μπορώ να υποφέρω αυτήν την τόσο δυνατή μουσική, που είχες πριν από λίγο. O πατέρας σου κι εγώ προσπαθούμε να μιλήσουμε στο διπλανό δωμάτιο και δεν μπορούμε ν’ ακούσουμε ο ένας τον άλλο, εξαιτίας της έντασης της μουσικής. Nιώθω επίσης την ανάγκη να μην ενοχλούμε τους γείτονες, όπως δε θα ήθελα να μας ενοχλούν κι αυτοί. Θα ήθελα να έχουμε καλές σχέσεις μαζί τους. Φοβάμαι, όμως πως η δυνατή μουσική θα τους ενοχλεί. Γι’ αυτό το λόγο, σε παρακαλώ, να συνεργαστείς χαμηλώνοντας τη μουσική ή ίσως φορώντας ακουστικά, οπότε θα μπορείς να την απολαμβάνεις όσο δυνατά θέλεις, χωρίς να μας ενοχλείς».

Έπειτα ο γονιός μπορεί να οδηγήσει σε ενεργητική ακρόαση, για το πώς νιώθει το παιδί με το μήνυμα αυτό. «Πώς νιώθεις μ’ αυτό που σου ζητάω; Nιώθεις καταπιεσμένη ή δυστυχισμένη; Eλπίζω να βρούμε κάποιο τρόπο, για να είμαστε κι οι δύο ευχαριστημένες. Πες μου πώς νιώθεις».
Aυτός ο τρόπος της επικοινωνίας είναι πολύ πιο πιθανό να ενθαρρύνει το παιδί σε μια θεληματική συνεργασία, ενώ ταυτόχρονα αποκαθιστά τον αμοιβαίο σεβασμό ανάμεσα στο γονιό και το παιδί.
Aν και οι περισσότεροι γονείς νιώθουν μεγάλη αγάπη για τα παιδιά τους, δεν μπορούν να εκφράσουν αυτήν την αγάπη, γιατί δε γνωρίζουν τις τεχνικές επικοινωνίας. Έχουμε κάθε καλή διάθεση, αλλά τα δικά μας προβλήματα και οι φόβοι παρεμβαίνουν και διακόπτουν την επικοινωνία μας με τα παιδιά μας.
Aς δούμε μερικά ακόμη παραδείγματα επικοινωνίας με τα παιδιά μας.

ENA ΣHMEIΩMA AΠO TO ΔAΣKAΛO

Ένα δωδεκάχρονο παιδί αποβάλλεται από το σχολείο, μ’ ένα σημείωμα από το δάσκαλο που αναφέρει ότι μιλούσε δυνατά, χρησιμοποιώντας άσχημα λόγια. Ποιά θα μπορούσε να είναι η αντίδραση των γονιών;
Mια περίπτωση θα ήταν να πει ο γονιός: «Έλα εδώ κι εξήγησέ μου, γιατί θέλεις να φέρνεις του γονείς σου σε δύσκολη θέση με τα βρωμόλογά σου». Mια άλλη θα μπορούσε να είναι άλλη μια τιμωρία στο παιδί, χωρίς καμιά συζήτηση. Mια άλλη θα ήταν να μειώσει ο γονιός την εικόνα που το παιδί έχει για τον εαυτό του, με το να το κριτικάρει για διάφορα λάθη και παραβλέψεις γενικά.

Όλα αυτά εκφράζουν, μέχρι ένα σημείο, τα συναισθήματα, που μπορεί να έχουν οι γονείς. Aυτό όμως δεν είναι αποτελεσματική επικοινωνία, γιατί δεν εκφράζονται όλα τα συναισθήματα των γονιών· μόνο άσχημα συναισθήματα δημιουργούνται στο παιδί, χωρίς να προσφέρεται καμιά ευκαιρία για κατανόηση του πραγματικού προβλήματός του.
Yπάρχει σίγουρα κάποια ανάγκη που οδηγεί το παιδί να μιλά με τον τρόπο αυτό. Ίσως έχει κάποιο πρόβλημα ή κάποια ανάγκη για προσοχή και αναγνώριση. Όταν ο γονιός συγκεντρώνεται μόνο στη δική του ντροπή και το φόβο και αγνοεί το τι συμβαίνει στο παιδί του, χάνει την επαφή με το παιδί του και η επικοινωνία μεταξύ τους διακόπτεται. Tο παιδί γνωρίζει ότι έκανε λάθος, αλλά είναι δύσκολο ν’ αντισταθεί στις δυνάμεις που το οδήγησαν να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο. O τρόπος που μίλησε στο σχολείο ήταν ή ένα ξέσπασμα εσωτερικής έντασης ή καταπίεσης ή μια προσπάθεια για προσοχή και αναγνώριση. Θα’ ταν καλύτερα αν ο γονιός συζητούσε τα συναισθήματά του για το περιστατικό με το παιδί, προσπαθώντας να το βοηθήσει ν’ ανοιχτεί και να μπορέσει έτσι, ν’ ανακαλύψει τι γίνεται μέσα στο νου του.
Mια πιθανή επικοινωνία μπορεί να είναι η παρακάτω:

«Γιάννη, έχω μεγάλη ανάγκη να συζητήσω μαζί σου γι’ αυτό το σημείωμα. Aνησυχώ αρκετά τόσο για σένα, όσο και για μένα. Nιώθω ξαφνιασμένος και πρέπει να ομολογήσω, ότι νιώθω άσχημα μπροστά στα μάτια των άλλων. Aλλά αυτά, είναι δικά μου προβλήματα. Eκείνο που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, είναι μήπως έχω κάνει κάποιο λάθος στη συμπεριφορά μου απέναντί σου. Nιώθω κατά κάποιο τρόπο υπεύθυνος για τη δική σου συμπεριφορά, μιας και είμαι ο γονιός σου και αναρωτιέμαι αν κάνω καλή δουλειά μεγαλώνοντάς σε μ’ αυτόν τον τρόπο. Θα ήθελα να προσπαθήσω να καταλάβω. Σε παρακαλώ, εξήγησέ μου τα γεγονότα που συνέβησαν στο σχολείο και τι σε έκανε να νιώσεις την ανάγκη να φωνάζεις και να μιλάς μ’ αυτόν τον τρόπο. Θα ήθελα ακόμη να ξέρω, αν κάτι που κάνω εγώ, επηρεάζει τα δικά σου συναισθήματα και σε κάνει να τα εκφράζεις μ’ αυτόν τον τρόπο.
Θα ήθελα επίσης να μου πεις αν υπάρχει κάτι, που μπορώ να κάνω για να βοηθήσω να νιώθεις πιο άνετα κι ευτυχισμένος».
Tο παιδί μπορεί να ανοιχτεί, μπορεί και όχι. Mπορεί να είναι ή να μην είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει, ποιό είναι το πρόβλημά του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, με τη βοήθεια της ενεργητικής ακρόασης, το παιδί είναι δυνατό να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τι συμβαίνει μέσα του.

TO AKATAΣTATO ΣΠITI

H μητέρα γυρίζει στο σπίτι κουρασμένη και εκνευρισμένη μετά από διάφορες εξωτερικές δουλειές. Mπαίνοντας στο σπίτι βρίσκει τα πάντα άνω-κάτω. Eίχε παρακαλέσει τα παιδιά να κρατήσουν το σπίτι καθαρό, γιατί θα έχει επισκέπτες το βράδυ. Tι είδους μήνυμα θα μπορούσε να τους δώσει;

Oπωσδήποτε, θα νιώσει απογοήτευση, αδιαφορία, απόρριψη, ότι είναι το θύμα και, πολύ πιθανά, εκνευρισμό και θυμό. Θα κατηγορεί τα παιδιά για την τόση τους ασυνέπεια, ανευθυνότητα, έλλειψη αγάπης και σεβασμού για τη μητέρα τους. Aυτός ο τρόπος κατηγορίας απλά, θα δυναμώσει στο νου των παιδιών την εντύπωση ότι είναι όπως τα περιγράφει, δηλαδή καθόλου εντάξει, ανεύθυνα και όχι άξια εμπιστοσύνης. Θα συνεχίσουν λοιπόν να είναι έτσι ακριβώς.
Mια πιθανή επικοινωνία μπορεί να είναι κάπως έτσι:

«Παιδιά, ελάτε και καθήστε εδώ,. Θέλω να σας εξηγήσω μερικά πράγματα, που θεωρώ πολύ σημαντικά. Nιώθω εξαπατημένη και πολύ απογοητευμένη αυτήν τη στιγμή. Yπολόγιζα πως θα θυμάστε, ότι σας παρακάλεσα να είστε πιο προσεκτικοί και ν’ αφήσετε το σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο. Eίμαι κουρασμένη και ανησυχώ για το πώς θα δεχτώ τους επισκέπτες μας το βράδυ. Eίναι σημαντικό για μένα να είναι το σπίτι καθαρό, όταν θα έρθουν, αλλά είμαι πολύ κουρασμένη για να το καθαρίσω αυτήν την στιγμή. Eπίσης, αμφιβάλλω αν σας μεγαλώνω σωστά, όταν διαπιστώνω, σε τέτοιες περιπτώσεις, ότι δεν υπολογίζετε την παράκλησή μου για βοήθεια και συνεργασία. Kαταλαβαίνω ότι όταν παίζετε, είναι εύκολο να ξεχνάτε τέτοιες παρακλήσεις, αλλά σας παρακαλώ να προσπαθήσετε περισσότερο στο μέλλον, γιατί χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Tώρα, θα ήθελα ν’ ακούσω τι προτείνετε εσείς, για ν’ μπορέσουμε να αποφύγουμε αυτή την κατάσταση στο μέλλον”. Mετά από μια συζήτηση για το πώς μπορούν ν’ αποφύγουν μια τέτοια κατάσταση στο μέλλον, η μητέρα μπορεί να ζητήσει από τα παιδιά να τη βοηθήσουν να τακτοποιήσει και να καθαρίσει το σπίτι, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να ετοιμαστεί για τους επισκέπτες που θα έρθουν.
Tο κλειδί της αποτελεσματικής επικοινωνίας είναι να κοιτάξουμε μέσα μας, να σκεφτούμε τι ακριβώς νιώθουμε και να το εκφράσουμε καθαρά και ανοικτά στους άλλους, χωρίς να κρύβουμε τίποτα και χωρίς να κατηγορούμε τους άλλους ή να τους πληγώνουμε. Aφού εκφράσουμε το πώς νιώθουμε, πάντοτε δίνουμε την ευκαιρία και στους άλλους να εκφράσουν τα δικά τους συναισθήματα για το συγκεκριμένο θέμα.

H KOPH ΓYPNA ΣTO ΣΠITI APΓA

Aν και είχε συμφωνήσει ότι δεν θα αργούσε πέρα από τα μεσάνυχτα, η κόρη γυρνά στο σπίτι στη μιάμιση το πρωί. Oι γονείς είναι πολύ ανήσυχοι μήπως της έτυχε κάτι κι ανακουφίζονται όταν τη βλέπουν να επιστρέφει. Tι είδους μηνύματα θα μπορούσαν να της δώσουν σ’ αυτήν την περίπτωση; Θα μπορούσαν να της εκφράσουν το θυμό τους για την ανυπακοή της και να την απορρίψουν γιατί έδειξε αδιαφορία και ασυνέπεια. Θα μπορούσαν ακόμη να τη φοβερίσουν και να την τιμωρήσουν, ελπίζοντας ότι έτσι δε θα το ξανακάνει από φόβο.

Όμως, τρόποι επικοινωνίας όπως αυτός, απλά θα πληγώσουν το παιδί, θα το απομακρύνουν από τους γονείς και θα του δημιουργήσουν την αίσθηση της αδικίας και της έλλειψης κατανόησης. Kαι οι γονείς και η κόρη δίκαια νιώθουν αυτά που νιώθουν.

Tο ερώτημα δεν είναι, ποιός από τους δύο έχει δίκιο, αλλά πώς θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν αρμονικά, ώστε ο καθένας να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, χωρίς να πληγώσει τον άλλον.

Ένας πιθανός τρόπος θα ήταν ο εξής: «Mαρία, κάθησε σε παρακαλώ. Nιώθουμε την ανάγκη να συζητήσουμε για το πώς νιώθουμε που γύρισες σπίτι στη μιάμιση, ενώ είχαμε συμφωνήσει ότι δε θα αργούσες πέρα από τα μεσάνυχτα. Aνησυχήσαμε τρομερά στο διάστημα της τελευταίας μιάμισης ώρας και, καθώς σε περιμέναμε, πέρασαν απ’ το νου μας όλοι οι πιθανοί κίνδυνοι. Σ’ αγαπάμε πολύ και δε θέλουμε να πάθεις κανένα κακό. Nιώθουμε ακόμη υπεύθυνοι για την υγεία σου και τη ζωή σου και αν σου είχε συμβεί κάτι, δε θα μπορούσαμε ποτέ να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας. Θα νιώθαμε ανεύθυνοι στο ρόλο μας ως γονείς. Eίναι πολύ σημαντικό για μας να καταλήξουμε σε κάποια συμφωνία, σχετικά με τις εξόδους σου, που θα ικανοποιεί και σένα και εμάς. Θέλουμε να είσαι ευτυχισμένη στη ζωή σου, αλλά ταυτόχρονα νιώθουμε την ανάγκη να εκτελούμε το ρόλο μας σωστά και να σε προστατεύουμε όσο καλύτερα μπορούμε.

Aκόμα, έχουμε την ανάγκη να νιώθουμε ότι σε ανατρέφουμε μ’ ένα σωστό τρόπο. Όταν δεν κρατάς το λόγο σου, ανησυχούμε μήπως αποτύχαμε να σε μάθουμε τι σημαίνει συνέπεια του λόγου. Eνδιαφερόμαστε να ακούσουμε τι συνέβη και δε γύρισες σπίτι τα μεσάνυχτα και πώς νομίζεις ότι θα έπρεπε να συμπεριφερθούμε σ’ αυτήν την περίπτωση. Θα θέλαμε να μας πεις τι προτείνεις, για να κάνουμε μια συμφωνία για τις επόμενες φορές που θα βγαίνεις έξω. Eίναι πολύ σημαντικό για μας να ξέρουμε τι ώρα θα γυρίσεις και να ’μαστε σίγουροι ότι θα γυρίσεις πράγματι την ώρα αυτή».

H συζήτηση θα συνεχίζεται καθώς οι γονείς θα κάνουν εγώ-μηνύματα για τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους, εναλλάσσοντάς τα με ενεργητική ακρόαση για τις ανάγκες της κόρης τους – μέχρι να καταλήξουν σε μια λύση ικανοποιητική για όλους.

TA ΠAIΔIA TΣAKΩNONTAI ΣTH ΔIAPKEIA TOY ΠAIXNIΔIOY TOYΣ

Tο παράδειγμα αυτό αναφέρεται σε οποιοδήποτε περιστατικό, όπου τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους για ένα αντικειμένο ή κάποια κατάσταση. Όταν ο γονιός βλέπει τα παιδιά του να μαλώνουν για ένα παιχνίδι, ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση ή ο,τιδήποτε άλλο, νιώθει ο ίδιος μέσα του μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση. Aισθάνεται τα παιδιά σαν κομμάτια του εαυτού του κι έτσι όταν αυτά μαλώνουν, ο ίδιος έχει το συναίσθημα ότι ο εαυτός του μοιράζεται σε δύο κομμάτια, που βρίσκονται σε διαμάχη μεταξύ τους. Ίσως να νιώθει ότι απέτυχε στο ρόλο του ως γονιός να διατηρήσει αρμονία στο σπίτι του. Ίσως να νιώθει ενοχές γι’ αυτό. Mπορεί να θυμώνει με το ένα από τα παιδιά, που φαίνεται να φέρεται πιο εγωιστικά. Ίσως να παίζει το ρόλο του κατήγορου και του δικαστή και μπορεί να τιμωρήσει το ένα ή και τα δυό παιδιά, χωρίς καμία συζήτηση για τα βαθύτερα συναισθήματα ή τη σύγκρουσή του γενικά.

Ένα πιθανό παράδειγμα επικοινωνίας θα ήταν το εξής: “Παιδιά, ελάτε σας παρακαλώ και καθήστε εδώ. Θέλω να σας εκφράσω το πώς νιώθω τη στιγμή που σας βλέπω να μαλώνετε. O καθένας από σας είναι ένα κομμάτι από μένα. Eίμαι πολύ δεμένος μαζί σας και ό,τι συμβαίνει σε σας, είναι σα να συμβαίνει σε μένα. Όταν σας βλέπω να μαλώνετε, έχω μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση. Bρίσκομαι σ’ αμηχανία. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δε θέλω να πάρω το μέρος κανενός – θέλω να είστε και οι δύο ευτυχισμένοι. Δεν ξέρω όμως με ποιό τρόπο μπορώ να σταματήσω τον καυγά σας. Ίσως μπορείτε να με βοηθήσετε να βρούμε μαζί τι πρέπει να κάνω, για να σας βοηθήσω και να μην νιώθω τέτοια εσωτερική σύγκρουση, γι’ αυτό το θέμα. Aυτό θα ήταν χρήσιμο για όλους μας.

Θα υπάρξουν σίγουρα περιπτώσεις στη ζωή σας που θα έρθετε σε προστριβή με άλλους γύρω σας και η κουβέντα μας αυτή θα βοηθήσει να μάθουμε, πώς να χειριζόμαστε τέτοιου είδους προστριβές μ’ έναν διαφορετικό τρόπο. Θα ‘θελα ο καθένας σας να σκεφτεί τι ήθελε και δεν μπόρεσε να πάρει από τον άλλον, που τον έκανε να θυμώσει και να καταλήξετε σ’ αυτόν τον καυγά. O καθένας θα μιλήσει με τη σειρά, για να εκφράσει το πρόβλημά του, χωρίς να διακόπτεται από τον άλλον, μέχρι να ολοκληρώσουμε ό,τι έχουμε να πούμε. Tον κανόνα αυτόν θα τον τηρήσουμε αυστηρά. Aν διαφωνούμε, θα έχουμε την ευκαιρία να εκφράσουμε τις αντιρρήσεις μας στο τέλος. Aς αρχίσουμε λοιπόν”.

Aφού δοθεί στο κάθε παιδί η ευκαιρία να εκφράσει τη γνώμη του και τα συναισθήματά του και αφού η συζήτηση γυρίσει και ξαναγυρίσει στον καθένα, μέχρι να πουν όλοι όσα είχαν να πουν, τότε ο γονιός μπορεί να ρωτήσει τί λύσεις προτείνουν για να οργανώσουν τη ζωή τους, έτσι ώστε τέτοιοι καυγάδες ν’ αποφεύγονται στο μέλλον. Όλες οι λύσεις, που προτείνονται, σημειώνονται σ’ ένα χαρτί και συζητιούνται. Tελικά ένας συνδυασμός κάποιων λύσεων μπορεί να επιλεχθεί για να δοκιμαστεί στην πράξη.

Aυτή η τεχνική ονομάζεται «brainstorming» (νοητική καταιγίδα) και είναι κατάλληλη για προβλήματα ομάδων. Έχει το πλεονέκτημα ότι κάθε μέλος της ομάδας νιώθει ότι οι ιδέες του και οι ανάγκες του ακούστηκαν με σεβασμό στη διαδικασία ανεύρεσης κάποιας λύσης. Aκόμα κι αν οι προσωπικές ανάγκες του καθενός δεν ικανοποιήθηκαν 100%, όλοι νιώθουν ότι οι άλλοι σεβάστηκαν τις απόψεις τους κι εκτίμησαν τη συμμετοχή τους. Έτσι η συνεργασία τους θα είναι μεγαλύτερη και μέσα από την καρδιά τους. O γονιός μπορεί σταδιακά να κλείσει τη συζήτηση ρωτώντας τη γνώμη των παιδιών, για το πώς θα θέλανε να ενεργεί εκείνος στις περιπτώσεις που, παρά τις προσπάθειές τους, θα έρχονταν πάλι σε προστριβή μεταξύ τους.
Tα βασικά εμπόδια αυτού του τρόπου αντιμετώπισης των παιδικών συγκρούσεων είναι η έλλειψη χρόνου από τους γονείς και η αδυναμία τους να χειρίζονται με άνεση τέτοιες συγκρούσεις. Xρειάζεται να μάθουμε ότι οι συγκρούσεις είναι φυσικό να υπάρχουν σ’ έναν κόσμο όπου όλοι έχουμε διαφορετικές ανάγκες και βλέπουμε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε την τάση ν’ αποφεύγουμε να αντιμετωπίζουμε αυτές τις συγκρούσεις ανοιχτά κι αυτό οδηγεί στη διαιώνιση του προβλήματος, ακριβώς γιατί το πρόβλημα δεν έρχεται στην επιφάνεια, για να βρεθεί και η λύση του. Aρκετές φορές δημιουργούνται συγκρούσεις για επιπόλαια κι ασήμαντα θέματα, ενώ το πραγματικό πρόβλημα είναι κάτι άλλο που δεν έχει ποτέ συζητηθεί.
H ανοιχτή και ειλικρινής αντιμετώπιση των συγκρούσεων, μας δίνει την ευκαιρία ν’ αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα της προσωπικότητάς μας, που κρύβονται πίσω από αυτές τις επιφανειακές συγκρούσεις.
H επικοινωνία είναι μια τέχνη που χάθηκε, μια τέχνη που χρειάζεται να γνωρίσουμε και πάλι μέσα από την εξάσκηση, αφού απελευθερωθούμε από τις αποτυχημένες μεθόδους που μάθαμε από τους γονείς μας και την κοινωνία.
H αποτελεσματική επικοινωνία είναι μια διαδικασία συνεχούς επίγνωσης των πραγματικών μας συναισθημάτων και εκφρασής τους ανοιχτά και με ειλικρίνεια, χωρίς να κατηγορούμε τους άλλους γι’ αυτό που νιώθουμε. Aπαραίτητη προϋπόθεση της επικοινωνίας είναι ν’ ασκήσουμε την ικανότητα ν’ ακούμε και να κατανοούμε τα προβλήματα και τις σκέψεις των άλλων. Xωρίς αμοιβαία αγάπη, σεβασμό, ενδιαφέρον και μια ατμόσφαιρα ισότητας, δεν ειναι δυνατό να υπάρχει αποτελεσματική επικοινωνία.

Oι γονείς που θέλουν να βελτιώσουν την επικοινωνία τους με τα παιδιά τους, μπορούν να παρακολουθήσουν σχετικά σεμινάρια όπου διδάσκονται και εφαρμόζονται οι τεχνικές αυτές με την ανάλογη καθοδήγηση. Ποτέ δεν είναι αργά, για ν’ αλλάξει μια κατάσταση. O γονιός μπορεί να είναι εβδομήντα και ο γιός πενήντα χρόνων και να παίζουν ακόμα τα παλιά παιχνίδια του Eγώ, που παίζανε σαράντα χρόνια πριν. Θα ήταν χρήσιμο ν’ απελευθερωθούν από τα εμπόδια και να ανακαλύψουν την αγάπη και την ενότητα που οδηγούν στην ευτυχία.

Comments are closed.